Άνοιγμα κυρίου μενού

Ως ενσυναίσθηση ορίζεται η συναισθηματική ταύτιση με την ψυχική κατάσταση ενός άλλου ατόμου, και η κατανόηση της συμπεριφοράς και των κινήτρων του.[1][2][3]

Πίνακας περιεχομένων

ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

Τα συστατικά της λέξης αποτελούνται από τις λέξεις εν, συν και αίσθηση, υποδηλώνοντας την επέκταση της αίσθησης του ατόμου πέρα από τον εαυτό του.

Ομοιότητες και αντιθέσειςΕπεξεργασία

Δεν είναι απαραίτητα το ίδιο με τη συμπάθεια, η οποία μπορεί να περιορίζεται μόνο στη συναισθηματική αναγνώριση, και γενικά να είναι επιφανειακή και μη αντικειμενική[4] ή τη συμπόνια -αν και ταυτίζεται πολύ συχνά με αυτή- η οποία υποδηλώνει πως πέρα από τη συναισθηματική ταύτιση το άτομο επίσης εκδηλώνει συμπαράσταση με την κατάσταση του άλλου ατόμου.[5] Η δυσκολία ή απουσία ενσυναίσθησης και συναισθημάτων -όπως η Αλεξιθυμία-, ή και η παρουσία χαράς για τον πόνο του άλλου ατόμου -όπως ο σαδισμός-, ενδέχεται να υποδηλώνει παρουσία ψυχοπάθειας.[6] Διαφέρει επίσης από τη διαίσθηση, η οποία περιορίζεται στο ίδιο το άτομο όταν αναλογίζεται την πιθανότητα να συμβεί κάποιο ενδεχόμενο, καθώς και από την περιγραφή των ιδιοτήτων της τηλεπάθειας -μη αποδεδειγμένη θεωρία της παραψυχολογίας- η οποία προυποθέτει απομακρυσμένη επικοινωνία.

Το αντίθετο της ενσυναίσθησης είναι συχνά η εμπάθεια, η οποία υποδηλώνει προκατάληψη και αρνητική στάση. Στις περισσότερες ξένες γλώσσες η λέξη εμπάθεια (empathy) χρησιμοποιείται με την έννοια της ενσυναίσθησης,[7] προερχόμενη από την αρχαία ελληνική λέξη εμπαθής, η οποία είχε τη σημασία του έντονου πάθους.[7][8]

ΠροϋποθέσειςΕπεξεργασία

Δεν είναι απαραίτητη η προφορική επικοινωνία για να επιτευχθεί ενσυναίσθηση, η οποία μπορεί και να έρθει μέσω του συνδυασμού της οπτικής και ηχητικής παρατήρησης ενός ατόμου, γενικότερη γλώσσα του σώματος και παρουσία εκφράσεων, και τον τρόπο που αντιδρά.[9][10]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία