Ιωακείμ του Μύνστερμπεργκ-Ελς

Ο Ιωακείμ, τσεχ.: Jáchym z Minstrberka (18 Ιανουαρίου 1503 - 27 Δεκεμβρίου 1562) από τον Οίκο του Ποντιέμπραντυ ήταν δούκας του Μύνστερμπεργκ-Ελς (1536-42). Είχε τον τίτλο του κόμη του Κλάντσκο/Κλόντσκο, αν και δεν κυβέρνησε την κομητεία πραγματικά. Έγινε πρίγκιπας-επίσκοπος του Βρανδεμβούργου.

Ιωακείμ του Μύνστερμπεργκ-Ελς
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση18  Ιανουαρίου 1503
Ολεσνίτσα
Θάνατος27  Δεκεμβρίου 1562
Βρότσλαβ
ΘρησκείαΛουθηρανισμός
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακαθολικός ιερέας
Οικογένεια
ΓονείςΚάρολος Α΄ του Μύνστερμπεργκ-Ελς και Άννα του Ζάγκαν
ΑδέλφιαΧέντβιχ του Μύνστερμπεργκ-Ελς
Γεώργιος Β΄ του Μύνστερμπεργκ-Ελς
Ιωάννης του Μύνστερμπεργκ-Ελς
Ερρίκος Β΄ του Μύνστερμπεργκ-Ελς
ΟικογένειαΟίκος του Ποντιέμπραντυ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμακαθολικός επίσκοπος[2]
diocesan bishop (1545–1560)[2]

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Καρόλου Α΄ δούκα του Μύνστερμπεργκ-Ελς και της Άννας των Πιαστ-Σιλεσίας, κόρης του Ιωάννη Β΄ δούκα του Ζαγκάν.

Ο Κάρολος Α΄ ήταν εγγονός του Γεωργίου της Βοημίας, ο οποίος απέκτησε την κομητεία του Κλόντσκο (1454) και το δουκάτο του Μύνστερμπεργκ στη Σιλεσία (1456). Ο Κάρολος Α΄ έλαβε το δουκάτο του Ελς από τον Βλαδίσλαο Β΄ (1495). Ο Κάρολος Α΄ κυβερνούσε αρχικά μαζί με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του, οι οποίοι όμως απεβίωσαν χωρίς άρρενα διάδοχο, έτσι ο Κάρολος Α΄ έμεινε μόνος του· είχε επιρροή στην Αυλή της Πράγας, στον Βλαδίσλαο Β΄ και στον γιο του Λουδοβίκο και είχε παίξει ρόλο στην εκλογή του Φερδινάνδου Α΄ των Αψβούργων ως βασιλιά της Βοημίας (1526). Αν και προσκολλημένος στην Καθολική πίστη, ο Κάρολος Α΄ μόρφωσε τους γιους του το διάστημα 1515-17 στον Γιόχαν Χες Λουθηρανό μεταρρυθμιστή, ο οποίος ήταν τότε ιερέας στη Νύσα.

ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «Catholic-Hierarchy.org» (Αγγλικά) Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. muenst. Ανακτήθηκε στις 16  Οκτωβρίου 2020.
  2. 2,0 2,1 muenst.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Hugo Weczerka: Manual of historic sites: Silesia, Stuttgart: 1977, ISBN 3-520-31601-3, pp. 322 and 506 as well as genealogical tables on pp. 602–603.