Νυκτωδία

είδος συνθέσεως της κλασικής μουσικής

Νυκτωδία ή νοτούρνο (από το ιταλικό notturno, που σημαίνει «νυκτερινό»)[1] ή και νυχτερινό στην κλασική μουσική ονομάζεται μια μουσική σύνθεση που είναι εμπνευσμένη από τη νύχτα ή ανακαλεί στον ακροατή την αίσθηση της νύχτας.

Το «Νοτούρνο σε σολ μινόρε» του Σοπέν (Op. 15, No. 3). Η σημείωση «languido e rubato», αργός ρυθμός, δημιουργεί μια διάθεση χαρακτηριστική των νυκτωδιών.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Η ονομασία δόθηκε για πρώτη φορά σε μουσικές συνθέσεις κατά τον 18ο αιώνα, όταν υποδήλωσε μια παραλλαγή της ενόργανης σερενάτας με αρκετές κινήσεις (μέρη), που συνήθως παιζόταν σε υπαίθριους χώρους για μια βραδινή δεξίωση και μετά ξεχνιόταν. Τότε γραφόταν κυρίως για πνευστά όργανα. Ο ιταλικός όρος επικρατούσε και στις γερμανόφωνες χώρες: γνωστό είναι το Notturno σε ρε του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, K.286, γραμμένο για τέσσερα διαχωρισμένα σύνολα ζευγών κόρνων με έγχορδα, καθώς και η Serenata Notturna του, K. 239. Αρχικώς το έργο δεν ανακαλούσε απαραιτήτως την αίσθηση της νύχτας, αλλά ίσως απλώς προοριζόταν για νυκτερινή εκτέλεση. Η κυριότερη διαφορά ανάμεσα στη σερενάτα και το νοτούρνο ήταν η ώρα κατά την οποία ερμηνεύονταν: η πρώτη περί τις 9 μ.μ., ενώ το δεύτερο πλησιέστερα στις 11 μ.μ..[2]

Στην πιο οικεία του μορφή ως βραχεία σύνθεση σε μία κίνηση, συνήθως γραμμένη για σόλο πιάνο, αλλά και για φωνή, το νοτούρνο καλλιεργήθηκε κυρίως κατά τον 19ο αιώνα (ρομαντικό νοτούρνο). Τα πρώτα νοτούρνα που συντέθηκαν με αυτόν τον χαρακτηρισμό στον τίτλο τους ήταν έργα του Ιρλανδού συνθέτη Τζων Φιλντ,[3], που θεωρείται ως ο πατέρας της ρομαντικής νυκτωδίας, της οποίας χαρακτηριστικό είναι η υπέρθεση μιας μελωδίας σε στιλ καντάμπιλε πάνω σε ένα αρπέτζιο ακομπανιμέντο. Ωστόσο ο πλέον διάσημος συνθέτης του είδους υπήρξε ο Φρεντερίκ Σοπέν, που συνέθεσε 21 νυκτωδίες, καθιστώντας το είδος δημοφιλές, αλλά και εξελίσσοντας την ιδέα του Φιλντ. Από την άλλη, ένα από τα περιφημότερα στην εποχή του κομμάτια της «σαλόν» μουσικής του 19ου αιώνα ήταν το «Πέμπτο νοτούρνο» του σχεδόν πλέον ξεχασμένου Γάλλου Ιγκνάς Λεμπάς (Ignace Leybach). Μεταγενέστεροι συνθέτες νυκτωδιών για πιάνο ήταν μεταξύ άλλων και οι Γκαμπριέλ Φωρέ, Αλεξάντρ Σκριάμπιν, Ερίκ Σατί (1919), Φρανσίς Πουλένκ (1929) και μετέπειτα ο Αυστραλός Πήτερ Σκάλθορπ. Στην κίνηση Musiques nocturnes[4] της σύνθεσης Στο ύπαιθρο για σόλο πιάνο (1926), ο Μπέλα Μπάρτοκ μιμήθηκε ήχους της φύσεως. Ο Αμερικανός συνθέτης Λόουελ Λίμπερμαν έχει γράψει 11 νυκτωδίες για πιάνο, από τις οποίες η No. 6 ενορχηστρώθηκε από τον ίδιο ως «Νοτούρνο για ορχήστρα». Αξοσημείωτα νοτούρνα από τον 20ό αιώνα είναι και εκείνα του Σάμιουελ Μπάρμπερ.

Παραδείγματα κλασικών νυκτωδιών είναι μεταξύ άλλων το νοτούρνο για ορχήστρα από τη μουσική του Μέντελσον για το Όνειρο Θερινής Νυκτός (1848), τα τρία νυκτερινά για ορχήστρα και γυναικεία χορωδία του Κλωντ Ντεμπυσσύ (που έγραψε και 1 για σόλο πιάνο), καθώς και η πρώτη κίνηση του Κοντσέρτου για βιολί νο. 1 (1948) του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Το 1958 ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν συνέθεσε ένα «Νοτούρνο για τενόρο, επτά υποχρεωτικά όργανα και έγχορδα».

Τα νοτούρνα θεωρείται γενικώς ότι αποτελούν γαλήνιες, συχνά εκφραστικές και λυρικές συνθέσεις, και κάποιες φορές μάλλον καταθλιπτικές, αλλά στην πράξη κομμάτια με αυτό το όνομα έχουν προκαλέσει ποικίλες διαθέσεις. Π.χ. το δεύτερο από τα νουτούρνα του Ντεμπυσσύ είναι πολύ ζωηρό, όπως και μέρη του «Νοτούρνο και ταραντέλα» (1915) του Κάρολ Σιμανόφσκι και το «Συμφωνικό νοτούρνο για σόλο πιάνο» (1977–1978) του Καϊχοσρού Σαπουρτζί Σοραμπτζί.


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Nocturne Definition from the Free Merriam-webster Dictionary». Merriam-Webster. 
  2. Hubert Unverricht και Cliff Eisen: «Serenade», στο The New Grove Dictionary of Music and Musicians, 2η έκδ., επιμ. Stanley Sadie και John Tyrrell, Macmillan Publishers, Λονδίνο 2001
  3. Brown, Maurice J.E. και Hamilton, Kenneth L.: «Nocturne (i)» στο The New Grove Dictionary of Music and Musicians, MacMillan, Λονδίνο 2000
  4. The New Grove Dictionary of Music and Musicians, Macmillan Publishers, Λονδίνο 1980, τόμ. 13, σσ. 258–259.

ΠηγέςΕπεξεργασία