Με τον όρο βρώμικο χρήμα, ή μαύρο χρήμα και ευρύτερα μαύρα, καθιερώθηκε να χαρακτηρίζεται οποιοδήποτε είδος εσόδου από παράνομη πράξη, ή ακόμη και έσοδο από νόμιμη πράξη το οποίο στη συνέχεια δεν δηλώνεται, κατά παράβαση της υφιστάμενης φορολογικής νομοθεσίας. Και στις δύο περιπτώσεις ανάγεται σε οικονομικό έγκλημα.[1]

Στην μεν πρώτη περίπτωση το προϊόν της παράνομης πράξης δεν δηλώνεται προκειμένου να μην αποκαλυφθεί αυτή και οι δράστες της, στη δε δεύτερη περίπτωση για να μην υποστεί φορολογική επιβάρυνση, που επίσημα χαρακτηρίζεται αδήλωτο έσοδο.
Συνέπεια αυτού του χαρακτηρισμού είναι κατ΄ αντίθεση η διάκριση του χρήματος σε «καθαρό χρήμα» που προέρχεται από νόμιμες δραστηριότητες και το οποίο στη συνέχεια δεν αποκρύπτεται και το «βρώμικο χρήμα», ή «μαύρο χρήμα» που αποκρύπτεται.

ΓενικότεραΕπεξεργασία

Συνέχεια των παραπάνω «ξέπλυμα χρήματος», ή «ξέπλυμα μαύρου χρήματος», (που λέγεται κατ΄ έμφαση, ή πλεονασμό), καθιερώθηκε ομοίως να χαρακτηρίζεται οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή που γίνεται με διάθεση μαύρου χρήματος, επί νόμιμης πράξης που επιφέρει οικονομικό αγαθό το οποίο στη συνέχεια δεν αποκρύπτεται, μεταβαλλόμενο έτσι σε καθαρό χρήμα. Απλούστερα παραδείγματα είναι η κατάθεση μαύρου χρήματος σε τράπεζα και στην συνέχεια η ανάληψη για κάλυψη οικονομικών αναγκών, ή η απ΄ ευθείας αγορά μετοχών από χρηματιστήριο κ.α.

Φορείς μαύρου χρήματος ή ξεπλύματος χρήματος μπορεί να είναι τόσο φυσικά πρόσωπα όσο και νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), ή ακόμα και κυβερνήσεις χωρών. Γενικά το μαύρο χρήμα και οι όποιες δραστηριότητες επ΄ αυτού συνιστούν ευρύτερα την έννοια της παραοικονομίας. Αναφορά σε πολύ μεγάλα ποσά μαύρου χρήματος τότε αυτή ανάγεται σε εκδήλωση οργανωμένου εγκλήματος

Η καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος (AML)Επεξεργασία

Η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML) αναφέρεται σε ένα σύνολο διαδικασιών, νόμων και κανονισμών που αποσκοπούν στην παύση της δημιουργίας εισοδήματος μέσω παράνομων ενεργειών. Αν και οι νόμοι για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες καλύπτουν σχετικά περιορισμένο αριθμό συναλλαγών και εγκληματικές συμπεριφορές, οι επιπτώσεις τους είναι εκτεταμένες. Για παράδειγμα, οι κανονισμοί AML απαιτούν από τα ιδρύματα που εκδίδουν πίστωση ή επιτρέπουν στους πελάτες να ανοίξουν λογαριασμούς για να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν βοηθούν σε δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Το βάρος εκτέλεσης αυτών των διαδικασιών είναι στα θεσμικά όργανα, όχι στους εγκληματίες ή στην κυβέρνηση.[2]

H καταπολέμηση της πρακτικής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες άρχισε από τη δεκαετία του 1980 να ανάγεται σε προτεραιότητα για τις κυβερνήσεις και τις δικαστικές αρχές πολλών κρατών ανά την υφήλιο. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε όμως ειδικά στο πρόβλημα της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως διαύλου για τη νομιμοποίηση τέτοιων εσόδων. Εκτιμώντας ότι όταν οι διαμεσολαβούντες χρηματοπιστωτικοί φορείς, και ειδικότερα τα πιστωτικά ιδρύματα, χρησιμοποιούνται ως δίαυλοι για τη νομιμοποίηση του προϊόντος παράνομων δραστηριοτήτων η φερεγγυότητα και η σταθερότητα του ενεχόμενου φορέα, αλλά και η αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, μπορούν να κλονιστούν σοβαρά, με αποτέλεσμα την απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού σε αυτό, οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των πιστωτικών ιδρυμάτων άρχισαν, σε συνεργασία με τις εθνικές κυβερνήσεις, να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ρυθμιστικής παρέμβασης.[3]

Τα διάφορα κράτη προκειμένου ν΄ αντιμετωπίσουν φαινόμενα παραγωγής μαύρου χρήματος θεσπίζουν κατάλληλες νομοθεσίες για την πάταξή τους, μεταξύ των οποίων μπορεί να είναι ειδικές ελεγκτικές υπηρεσίες, περιορισμοί ελεύθερης διακίνησης χρήματος, κ.λπ. O Ο.Η.Ε. συνέστησε ειδική επιτροπή, διαδικασίες αλλά και λίστα υπόπτων για την αποτροπή και την πάταξη ενεργειών σχετικών με το "Ξέπλυμα χρήματος"[4] ενώ διεθνώς υπάρχει η αναγνώριση της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force-FATF) από περισσότερες από 190 χώρες[5].

Μηχανογραφικά συστήματα αναγνώρισης αποτροπής ξεπλύματος μαύρου χρήματοςΕπεξεργασία

Γενικά υπάρχουν 4 τύποι αναγνώρισης και αποτροπής διαδικασιών ξεπλύματος μαύρου χρήματος με μηχανογραφημένη διαδικασία

  • Συστήματα αναγνώρισης συναλλαγών (Transaction monitoring systems), όπου εστιάζουν στην αναγνώριση ύποπτων προτύπων και ύποπτης συναλλαγματικής συμπεριφοράς από τα οποία παράγονται σχετικές αναφορές γνωστές και ως STR (suspicious transaction report). Η τυχόν αναγνώριση ύποπτης συναλλαγής εμπίπτει στην αρμοδιότητα του KYC
  • Αναφορές εγχρήματων συναλλαγματικών συναλλαγών οι οποίες αναλύουν μεγάλες συναλλαγματικές συναλλαγές (συναλλαγές με διαφορετικά νομίσματα)
  • Συστήματα αναγνώρισης συναλλασσομένου και πελατών τα οποία ελέγχουν την ύπαρξη πελατών ή συναλλασσομένων σε λίστες υπόπτων (όπως πχ της OFAC) και αντιπροσωπεύουν μια διαρκή και ανανεωμένη πληροφορία του KYC. Αυτά τα συστήματα ελέγχουν πληθώρα αναγνωριστικών όπως ταυτότητα, λεκτικό, τμήμα του ονόματος ή και προσωπικά στοιχεία έναντι πληθώρας δημοσίων εγγράφων και βάσεων δεδομένων (όπως πχ η βάση εκλογικού σώματος)
  • Συστήματα κανονιστικής συμμόρφωσης που εναρμονίζουν τις διαδικασίες της εταιρείας ή του οργανισμού για τις απαιτήσεις του AML , αλλάζοντας διαδικασίες μέσω συστημάτων workflow, παρέχοντας εκπαίδευση ή και ειδικές αναφορές και μηνύματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ειδικών αναφορών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες.[6]

Ελληνικό νομοθετικό πλαίσιοΕπεξεργασία

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή για την εφαρμογή από τα εποπτευόμενα από αυτήν ιδρύματα του νομοθετικού πλαισίου πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, από τα εποπτευόμενα από αυτήν ιδρύματα. [7]

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει, κυρίως, διαμορφωθεί από την ενσωμάτωση της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, η οποία είναι εναρμονισμένη με τις «Σαράντα (40) Συστάσεις για την καταπολέμηση του Ξεπλύματος Χρήματος, της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και της Διασποράς Όπλων Μαζικής Καταστροφής (ΟΜΚ)», όπως υιοθετήθηκαν το Φεβρουάριο του 2012 από την Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force-FATF) ως διεθνής φορέας θέσπισης των σχετικών προτύπων και οδηγιών.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, ελέγχει τη συμμόρφωση των εποπτευόμενων ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και αξιολογεί την επάρκεια και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αντιμετώπισης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εφαρμόζουν.

Βάση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου αποτελεί ο ν. 3691/05.08.2008, ο οποίος αναβαθμίζει σημαντικά τους μηχανισμούς πρόληψης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας της χώρας μας και ενσωματώνει τις διατάξεις της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αποτελεί εφαρμοστικό μέτρο της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ.

Σημαντικές τροποποιήσεις του ν. 3691/2008 πραγματοποιήθηκαν μεταγενέστερα με το ν. 3875/2010 (αφορούν κυρίως στο ποινικό αδίκημα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), το ν. 3932/2011 (αφορούν στη διάρθρωση της Αρχής Καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και τις διαδικασίες δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των υποκείμενων σε συγκεκριμένες οικονομικές κυρώσεις προσώπων, ομάδων ή οντοτήτων), το άρθρο 74 του ν. 4170/2013[νεκρός σύνδεσμος] (αναφορικά με την εφαρμογή μέτρων αυξημένης δέουσας επιμέλειας στα Πολιτικώς Εκτεθειμένα Πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα) και το ν. 4174/2013[νεκρός σύνδεσμος] (αναφορικά με την υποχρέωση επαλήθευσης των εισοδημάτων των πελατών από τα εποπτευόμενα ιδρύματα, βάσει του εκκαθαριστικού σημειώματος).[8]

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Staff, Investopedia (2005-07-21). «Anti Money Laundering - AML» (στα αγγλικά). Investopedia. http://www.investopedia.com/terms/a/aml.asp. Ανακτήθηκε στις 2017-10-26. 
  2. Natech S.A. (2016-07-19), PoseidonAML, https://www.youtube.com/watch?v=ZuDRVIpsXI0, ανακτήθηκε στις 2017-10-26 
  3. «Ελληνική Ένωση Τραπεζών». Καταπολέμηση οικονομικού εγκλήματος / Καταπολέμηση ξεπλύματος βρώμικου χρήματος. 2 Ιανουαρίου 2020. 
  4. christopher.elkhazen. «UNODC and Money-Laundering/Countering the Financing of Terrorism». www.unodc.org. Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2017. 
  5. «Countries - Financial Action Task Force (FATF)». www.fatf-gafi.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2017. 
  6. «Natech - Features of AML». POSEIDON AML. Natech. 2 Ιανουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2020. 
  7. «Η Τράπεζα της Ελλάδος». www.bankofgreece.gr (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2017. 
  8. «Η Τράπεζα της Ελλάδος». www.bankofgreece.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2017.