Παναγιά Κουκουζελιώτισσα

Συντεταγμένες: 40°10′15.9″N 24°22′55.9″E / 40.171083°N 24.382194°E / 40.171083; 24.382194

Ο ναός της Παναγίας Κουζελιώτισσας βρίσκεται εντός του περιβόλου της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους, λίγα μέτρα από την κεντρική πύλη της, το πρώτο κτήριο που συναντά κανείς μόλις περάσει τη βαριά ξύλινη πόρτα. Είναι αφιερωμένος στα Εισόδια της Θεοτόκου και θεωρείται ως το δεύτερο καθολικό της μονής, ενώ είναι γνωστός και ως ναός της Πορτάρισσας ή της Οικονόμισσας ή της Κουκουζέλισσας.

Παναγιά Κουκουζελιώτισσα
Χάρτης
Είδοςεκκλησία
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°10′16″N 24°22′56″E
Διοικητική υπαγωγήΑυτόνομη Μοναστική Πολιτεία Αγἰου Όρους
ΧώραΕλλάδα

Ίδρυση Επεξεργασία

Η ίδρυσή του σχετίζεται με την παράδοση για το θαύμα του Αγιάσματος και της Παναγίας της Οικονομίσσης, κατά το οποίο η Παναγία εμφανίστηκε στον Άγιο Αθανάσιο και τον ενίσχυσε στο έργο του. Από το 1826 έχει μεταφερθεί εκεί η εικόνα της Παναγίας της Κουκουζέλισσας, η οποία περιστασιακά μεταφέρεται στο Καθολικό για προσκύνημα.

Αρχιτεκτονική Επεξεργασία

Ο ναός ανήκει τυπολογικά στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους σύνθετους τετρακιόνιους με τρούλο και νάρθηκα, δηλαδή στο πλέον τυπικό είδος των αθωνικών ναών, αλλά με κάποιες ιδιορρυθμίες. Έχει γενικές διαστάσεις 16 επί 7,50 μ. με τον νάρθηκα χωρίς τις κόγχες και ύψος 12,20 μέτρα. Ο τρούλος στηρίζεται σε ψηλό και στενό τύμπανο οκταγωνικής διατομής εξωτερικά. Οι κεραίες είναι άνισες. Η βόρεια και νότια είναι κοντύτερες από την ανατολική και τη δυτική που είναι και η επιμηκέστερη. Τα σφαιρικά τρίγωνα που σχηματίζονται καταλήγουν σε τέσσερις κίονες που ανακρατούν τον τρούλο και είναι από ολόσωμο γκρίζο μάρμαρο με απόθεση στο κάτω μέρος, πιθανότατα σπόλια. Τα κιονόκρανα αντιθέτως φαίνονται να είναι κατασκευασμένα για το κτήριο αυτό. Είναι κλασσικά μετρίας ποιότητας με αποτετμημένες γωνίες, στις οποίες σχηματίζονται «σταγόνες» οθωμανικής περιόδου.

Από τους κίονες εκπηγάζουν τόξα που τους συνδέουν με τους περιμετρικούς τοίχους και καταλήγουν σε υποτυπώδεις κοσμήτες τραβηχτούς στο επίχρισμα. Προς τα ανατολικά τα τόξα καταλήγουν σε δύο τετραγωνικής διατομής πεσσούς, στην κορυφή των οποίων σχηματίζονται κτιστά περιορισμένου εύρους επίκρανα, από τα οποία ξεκινούν τόξα προς δύο κατευθύνσεις. Όλα γενικά τα τόξα του κυρίως ναού αντιστοιχούν (όχι πάντα με ακρίβεια) σε υποτυπώδεις παραστάδες συμφυείς με τους τοίχους, εκτός από τον ανατολικό τοίχο του ιερού όπου τα τόξα καταλήγουν αμήχανα πάνω από τις κόγχες των παραβημάτων. Στις κεραίες προσκολλώνται βόρεια και νότια οι χοροί, ακανόνιστα ημικυκλικοί σε κάτοψη σχηματίζοντας τόξα μετώπου. Προς την πλευρά του ιερού μετά την καμάρα της κεραίας σχηματίζονται δύο διαδοχικές μειώσεις του ύψους και τέλος συμπληρώνεται η κάτοψη με την προσθήκη της ευρείας αψίδας. Στο ιερό υπάρχουν, πέραν της αψίδας, οι δύο ακόμα κόγχες των παραβημάτων ανοιγμένες στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Τα έξι γωνιακά διαμερίσματα που σχηματίζονται, καλύπτονται με ιδιόρρυθμους σκαφοειδείς θόλους, που στον δυτικό τοίχο καταλήγουν σε αβαθή τόξα.

Ο ναός φωτίζεται από οκτώ παράθυρα περιμετρικά στον τρούλο, ενώ στους χορούς και την αψίδα του ιερού υπάρχουν από τρία παράθυρα, τοξωτά, ανοιγμένα σε κάποιο ύψος και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Κάτω από το μεσαίο παράθυρο υπάρχει ένα ακόμα ορθογωνικό παράθυρο σε κάθε αψίδα. Από ένα ακόμη στενότερο τοξωτό παράθυρο ανοίγεται ψηλά στα έξι γωνιακά διαμερίσματα. Στα δυτικά ανοίγεται η μοναδική θύρα πρόσβασης προς τον νάρθηκα.

Πάνω από την πόρτα υπάρχει κτητορική επιγραφή που αναφέρει[1]:

Ο ΠΕΡΙΚΑΛΛΗΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ [ΘΕΟΤΟ]ΚΟΥ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΗΣ ΤΕ ΚΑΙ [ΟΙ]ΚΟ/ΝΟΜΟΥ ΚΡΕΙΣΣΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΕΝΙΔΡΥΜΕΝΟΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΗΣ ΠΑΜ/ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΝΕΩΣΤΙ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ ΕΞ ΥΠΟΒΑΘΡΩΝ ΧΡΥΣΟΥΡΓΙΚΩΣ ΤΕ ΠΑΣ ΚΑΤΕ/ΖΩΓΡΑΦΗΘΗ ΤΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΜΦΕΥΤΟΥ ΚΟΡ[ΗΣ] ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΥΡ ΙΩΣΗΦ ΕΚ ΝΗΣΟΥ ΧΙΟΥ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΗΜΟΥΜΕΝΗΣ / ΑΠΟ ΧΟΡΙΟΝ ΠΑΤΡΙΚΑ ΗΣΚΛΙΤΑΔΑ ΓΟΡΔΑΤΟΣ ΕΝΕΤ[Ε]Ι ΑΨΙΘ (1719) ΔΙΚΕΜΒΡΙΟΥ Α / ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡ ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΕΚ ΝΗΣΟΥ ΣΚΥΡΟΥ δια χειρός του ευτελεστάτου Δαμιανού Ιερομονάχου του εξ Ιωαννίνων.

Ο κυρίως ναός χωρίζεται από το Ιερό Βήμα με βαρύ ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο. Όλος ο ναός είναι καλυμμένος εσωτερικά με υψηλής ποιότητας αγιογραφημένα επιχρίσματα. Οι χαράξεις του ναού είναι χωρίς καμία λογική. Οι καμπύλοι χώροι δεν είναι τμήματα κύκλου, ο τρούλος είναι ελλειψοειδής σε κάτοψη, τα τόξα δεν έχουν ακριβείς κατευθύνσεις, οι τοίχοι έχουν σημαντικές αποκλίσεις από την κατακόρυφο, που δεν οφείλονται σε βλάβες του φέροντα οργανισμού. Γενικά φαίνεται ως ο ναός να κατασκευάστηκε χωρίς χαράξεις και σχέδιο, γεγονός ασυνήθιστο για έναν πολυτελή κατά τα άλλα ναό. Η σημασία του μέτριου αυτού σχεδιασμού θα εξεταστεί παρακάτω.

Με τον κυρίως ναό συνδέεται μέσω της θύρας ο νάρθηκας. Πρόκειται για έναν ενιαίο χώρο τετραγωνικής περίπου κάτοψης που καλύπτεται με μεγάλο ατύμπανο τρούλο. Είναι πιο αβαθής από ημικύκλιο και φέρει περιμετρικό κοσμήτη. Στηρίζεται σε καμάρες βόρεια και νότια και ανατολικά, ενώ στα δυτικά η στήριξη γίνεται απ’ ευθείας στον τοίχο. Η βόρεια και νότια καμάρα προς τα δυτικά καταλήγουν κανονικά στους τοίχους, αλλά όμως προς ανατολικά υπάρχουν δύο κίονες, οι οποίοι μεσω τοξυλίων προς τους πλάγιους τοίχους ανακρατούν τις καμάρες. Οι κίονες αυτοί είναι λείοι με απόθεση κάτω και δακτύλιο στο άνω μέρος. Στηρίζονται σε ψηλές πρισματικές βάσεις οθωμανικής εποχής και κιονόκρανα, τα επονομαζόμενα, ελλείψει καλλιτέρου όρου, «με σταγόνες». Πάνω σε αυτά έχουν έκκεντρα τοποθετηθεί χονδροκομμένα λίθινα επιθήματα.

Βόρεια και νότια ανοίγονται μεγάλα διπλά τοξωτά παράθυρα. Στηρίζονται σε παρόμοιους, αλλά μικρότερους, κιονίσκους με πρισματικές βάσεις και κιονόκρανα. Είναι μισοχωμένοι στον τοίχο που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, όταν κλείστηκε το ανοικτό δίλοβο άνοιγμα. Στα δυτικά ανοίγεται η μοναδική τοξωτή θύρα πρόσβασης εκατέρωθεν της οποίας υπάρχουν τοξωτά παράθυρα. Στα ανατολικά μαρμάρινο πλαίσιο βυζαντινής περιόδου, περιβάλλει την θύρα που οδηγεί στον κυρίως ναό. Δεξιά της εισόδου υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με εγχάρακτη επιγραφή που είναι σχεδόν ίδια με την γραπτή του εσωτερικού του κυρίως ναού:

Ο ΠΕΡΙΚΑΛΛΗΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ [ΘΕΟΤΟ]ΚΟΥ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΗΣ ΤΕ ΚΑΙ [ΟΙ]ΚΟ/ΝΟΜΟΥ ΚΡΕΙΣΣΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΕΝΙΔΡΥΜΕΝΟΣ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΗΣ ΠΑΜ/ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΝΕΩΣΤΙ ΕΓΗΓΕΡΤΑΙ ΕΞ ΥΠΟΒΑΘΡΩΝ ΧΡΥΣΟΥΡΓΙΚΩΣ ΤΕ ΠΑΣ ΚΑΤΕ/ΖΩΓΡΑΦΗΘΗ ΤΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΥΜΦΕΥΤΟΥ ΚΟΡ[ΗΣ] / ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΚ ΝΗΣΗΟΥ ΧΙΟΥ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΗΜΟΥΜΕΝΗΣ / ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΤΡΙΚΑ ΕΚ ΤΕ ΓΟΡΔΑΤΟΝ / ΦΥΤΛΗΣ ΕΝ ΤΩ ΑΨΙΓ ΕΤΕΙ (1713) / ΦΕΥΡΟΥΑΡΙΟΥ ιε ΛΑΤΩΞΕΥΘΕΝ ΠΑΡΑ ΑΚΚΑΚΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ.

Η διαφορά των έξι ετών ανάμεσα στις δύο επιγραφές μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η δεύτερη έγινε συγχρόνως με την αγιογράφηση λίγο αργότερα από την ανέγερση του ναού.

Ο νάρθηκας όπως και ο ναός είναι κατάγραφος. Ωστόσο ενώ το σύνολο των αγιογραφιών είναι προφανώς σύγχρονες με την κατασκευή του κτηρίου, και τις αντίστοιχες του κυρίως ναού, δηλαδή ανήκουν στον 18ο αιώνα, αυτές που βρίσκονται στους πεσσούς εκατέρωθεν της δυτικής θύρας είναι αρχαιότερες, ζωγραφισμένες με διαφορετική τεχνοτροπία. Οι αγιογραφίες αυτές, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, χρονολογούνται στα τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αιώνα.

Εξωτερικά ο ναός είναι κατασκευασμένος σε ψηλό βάθρο από τοιχοποιία με εμφανείς ημιπελεκητούς λίθους, που κατασκευάστηκε για να παραληφθεί η έντονη κλίση της αυλής που υπάρχει στη θέση αυτή. Το βάθρο αυτό δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην κάτοψη του κτηρίου, κυρίως στην ανατολική του απόληξη. Στα ανατολικά, όπως και στα βόρεια και νότια προβάλλουν οι πενταγωνικές κόγχες του ιερού και των χορών. Σε τρεις από τις πλευρές των πενταγώνων ανοίγονται παράθυρα. Κατά το μεγαλύτερό του μέρος η τοιχοποιία του ναού απαρτίζεται από καλά οργανωμένο πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής. Οι όψεις διαρθρώνονται με διπλά τυφλά αψιδώματα που φθάνουν έως τη βάση, τα οποία μετατρέπονται σε τριπλά στις θέσεις που ανοίγονται τα παράθυρα. Η περιοχή από τις γενέσεις των τόξων εξωτερικά, έως το γείσο κοσμείται με ποικιλία διακοσμητικών θεμάτων, επάλληλων τόξων, οδοντωτών ταινιών, κυπαρισσιών, σταυρών, πλίνθων ζιγκ-ζαγκ κλπ. Με παρόμοια θέματα κοσμούνται και τα τύμπανα των τυφλών αψιδωμάτων. Δυτικά των χορών οι όψεις είναι πιο απλές, επίπεδες, χωρίς αψιδώματα, ενώ το πλινθοπερίκλειστο σύστημα παρουσιάζει ασυνέχειες.

Στη στέγη δεσπόζει ο μοναδικός τρούλος. Συμφυείς κιονίσκοι, επιχρισμένοι, κοσμούν τις ακμές του οκταγωνικού σε διατομή τυμπάνου. Στη στέγη που καλύπτεται με μολυβδόφυλλα διαγράφεται η θολοδομία του ναού.

Η μορφή του νάρθηκα διαφέρει ελαφρά, αφού η λιθοδομή του απαρτίζεται από αμελέστερα πελεκημένους λίθους. Στους πλάγιους τοίχους υπάρχουν δίλοβα μεγάλα παράθυρα ο κεντρικός πεσσός των οποίων, όπως και οι ποδιές είναι κατασκευασμένες από ισόδομη λιθοδομή. Αρμοί αλλαγής οικοδομικής φάσης διαχωρίζουν τους γωνιακούς πεσσούς, οι οποίοι είναι κατασκευασμένοι με εντελώς διαφορετικό σύστημα δομής από τον υπόλοιπο ναό. Πρόκειται για απλή αργολιθοδομή με ελάχιστες στρώσεις τούβλων σε τακτές αποστάσεις.

Δυτικά ανάμεσα στους δύο πεσσούς η πρόσοψη είναι καλυμμένη με ορθομαρμάρωση που σχηματίζει επίσημη είσοδο. Η θύρα είναι τοξωτή με πολλαπλής διατομής τόξο που στηρίζεται σε αντίστοιχες μαρμάρινες παραστάδες με όμοια επίκρανα και βάσεις, ενώ τοξωτά παράθυρα με θωράκια σε ελαφριά εσοχή πλαισιώνουν το θύρωμα. Η όψη αυτή στέφεται με προεξέχον αέτωμα, στην κορυφή του οποίου υπάρχει σταυρός σε μαρμάρινη βάση, που αναγράφει την επιγραφή «1903». Προφανώς αναφέρεται στην κατασκευή της πολυτελούς αυτής νεοκλασσικίζουσας μαρμάρινης πρόσοψης που κοσμεί την είσοδο του ναού.

Ανάλυση Επεξεργασία

Ο ναός είναι κατασκευασμένος σε περισσότερες της μιας οικοδομικές φάσεις, όπως διεφάνη από τις μέχρι τώρα περιγραφές. Ο κυρίως ναός με το Ιερό βήμα αποτελούν μία ενιαία φάση που συνεχίζεται έως τον νάρθηκα. Διαφορετική φάση δομής αποτελούν οι δύο γωνίες του νάρθηκα που χωρίζονται από τον υπόλοιπο ναό με σαφείς αρμούς. Τέλος σε μεταγενέστερη φάση κλείστηκαν τα δίλοβα παράθυρα του νάρθηκα με ισόδομη λιθοδομή. Την ίδια εποχή φαίνεται ότι κατασκευάστηκε και η δυτική είσοδος του ναού, που φέρει τα ίδια νεοκλασσικίζοντα χαρακτηριστικά και που χρονολογείται επακριβώς από την επιγραφή το 1903. Προφανώς ο νάρθηκας ήταν αρχικά ένας ανοικτός χώρος με μεγάλα δίλοβα ανοίγματα προς βορρά και νότο και άγνωστης μορφής είσοδο από τα δυτικά.

Η χρονολόγηση του κυρίως ναού και του νάρθηκα είναι προφανώς αυτή που αναφέρεται στις κτητορικές επιγραφές. Δηλαδή 1713 για την δόμηση και 1719 για την αγιογράφηση. Άλλωστε και η τεχνοτροπία των αγιογραφιών συμφωνεί με την χρονολόγηση αυτή. Ωστόσο οι δυτικοί πεσσοί νάρθηκα όπου σώζονται αγιογραφίες του 17ου αιώνα φαίνεται ότι ανήκουν σε παλαιότερη φάση. Με την υπόθεση αυτή συμφωνεί και μαρμάρινη επιγραφή που βρίσκεται αποθηκευμένη, απλώς, στον ναό και αναφέρει[2]:

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ Ο ΘΕΙΟΣ ΟΥΤΟΣ, ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ ΑΓΙΟΣ ΝΑΟΣ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ. Ο ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ / ΤΟ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΟ [Τ]Η[Σ] ΔΕΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΕΦΥΓΕΝ. ΚΑΙ ΕΦΑΝΗ Η Θ[ΕΟΤΟ]ΚΟΣ ΛΕΓΟΥΣΑ, ΑΠΟΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΣΟΜΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ / ΚΑΙ ΗΛΘΟΝ ΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΕΩΣ ΩΔΕ. ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΕΝ ΑΦΑΝΤΟΣ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΕΚΤΗΣΘΗ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ. / ΕΚΤΟΤΕ ΟΥ ΠΟΙΟΥΜΕΝ ΟΙΚΟΝΟΜΟΝ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΟΝ. ΓΕΝΕΤΟ ΤΟΔΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΔΙΑ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΔΙ/ΚΑΙΟΥΝΤΟΣ, ΑΒΕΡΚΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΑΥΤΩ ΚΑΙ ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΑΜΟΥ ΕΤΕΙ ΄SΡΚΑ΄ (1613) / ινδ(ικτυώνος) ΙΑ΄ ΜΙΝΙ ΜΑΡΤΙΩ ΚΕ.

Επιγραφή και αγιογραφίες συμφωνούν στην χρονολόγηση της παλαιότερης αυτής φάσης το 1613. Πιθανότατα δε το βάθρο και οι περίεργες χαράξεις που δεν συμπίπτουν να οφείλονται στο γεγονός ότι ο ναός του 18ου αιώνα ενσωμάτωσε υπολείμματα του ναού των αρχών του 17ου, ο οποίος φαίνεται ότι δεν ήταν και πολύ διαφορετικός κατά την διάταξη με τον σημερινό.

Ο ναός παρουσιάζει τα τυπολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά του αθωνικού τύπου ναών, όπως είχε αποκρυσταλλωθεί πλέον την Οθωμανική εποχή. Συνοπτικά μπορούμε να αναφέρουμε, τους βαθείς χορούς, την ανύψωση των χορών αυτών έως την στέγη και κάλυψη τους κάτω από ενιαίο βαρύ γείσο, τον στενό ψηλοτύμπανο τρούλλο, τις πολυγωνικές, εξωτερικά, κόγχες. Αλλά και το πλινθοπερίκλειστο σύστημα δομής που στα ανώτερα σημεία εμπλουτίζεται με πλήθος πρωτοτύπων διακοσμητικών θεμάτων, που άλλα έλκουν την καταγωγή τους από την βυζαντινή εποχή και άλλα είναι πρωτότυπα. Ακόμα η διάταξη των παραθύρων στις κόγχες με εναλλάξ κλειστά και ανοιχτά στοιχεία και όχι σε συστοιχίες, εμφανίζεται στα κτήρια της επιρροής του Αγίου Όρους, όπως το καθολικό της Μονής Δουσίκου στα Τρίκαλα, αλλά είναι ουσιαστικά μορφές που ανήκουν στην στη πρώιμη βυζαντινή περίοδο, όπως στο καθολικό της Λαύρας, και επανεμφανίστηκαν κατά την μεταβυζαντινή εποχή.

Αντιθέτως η λιτή, όπως συχνά συμβαίνει, παρουσιάζει μεγαλύτερη πρωτοτυπία στη σύνθεση. Οι κίονες σε επαφή με τον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού με τα τοξύλια που τους συνδέουν με τους πλάγιους τοίχους αποτελούν μια ιδιόρρυθμη σύνθεση, ενώ χαρακτηριστικός της μεταβυζαντινής περιόδου είναι ο μεγάλος ατύμπανος τρούλος που θεωρείται γενικά αντιδάνειο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Η κατασκευή ανοικτών προστώων, που σε μεταγενέστερη εποχή κλείνονται, είναι μια μακρά συνήθεια, που φαίνεται ότι έλκει την καταγωγή της από την Παλαιολόγεια εποχή, όπως φαίνεται στο καθολικό της Νέας Μονής Χίου.

Παραπομπές Επεξεργασία

  1. Η επιγραφή αυτή δημοσιεύτηκε από τους G. Millet, Pargoire, Petit στο Recueil des Inscriptions Chretienes de l'Athos.
  2. Η επιγραφή αυτή δεν παρατηρήθηκε από τον Millet και εμφανίζεται μόνο σε ένα προσκυνητάριο του 1976. Πιθανότατα να ήταν χαμένη ή καλυμμένη. Προφανώς αναφέρεται στον συγκεκριμένο ναό, αλλά σε προγενέστερη φάση από την σημερινή.