Η Παραντζέμ[1] (αναφέρεται και με διάφορες εναλλακτικές ονομασίες όπως Φαραντζέμ[2] και Φαραντσέμ[3], 4ος αιώνας - περίπου 370) ήταν σύζυγος του βασιλιά της Αρμενίας Αρσάκη Β΄ της Δυναστείας των Αρσακιδών. Μετά την αιχμαλωσία του Αρσάκη κατά τον πόλεμο του αρμενικού βασιλείου με την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών και την επακόλουθη περσική εισβολή, κατέφυγε στο ισχυρό οχυρό της Αρτογκέρασσας ή Αρταγέρης. Περίπου έναν χρόνο αργότερα, οι αμυνόμενοι κάμφθηκαν ή παραδόθηκαν[4] και η ίδια μεταφέρθηκε αιχμάλωτη στα ενδότερα της αυτοκρατορίας, όπου και εκτελέστηκε[2][5][6].

Παραντζέμ
Last Battle of Queen Pharandzem.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση
ΕθνικότηταΑρμένιοι
ΘρησκείαΧριστιανισμός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΑρσάκης Β' της Αρμενίας
Γκνελ της Αρμενίας
ΤέκναΠάπ της Αρμενίας
ΓονείςAntiochus II of Syunik
ΟικογένειαΣιουνί
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλέας της Αρμενίας
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Βιογραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

Η Παραντζέμ ήταν κόρη του ευγενή Αντόβκ της ισχυρής οικογένειας των Σιβνίκ[7] και αναφέρεται ως η πρώτη ή η δεύτερη σύζυγος του Αρσακίδη βασιλιά της Αρμενίας Αρσάκη Β΄[8]. Νωρίτερα ήταν παντρεμένη με τον - επίσης Αρσακίδη - Γνέλο, ο οποίος δολοφονήθηκε με εντολή του Αρσάκη, που τύγχανε θείος του. Κατόπιν, ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη χήρα του Γνέλου, Παραντζέμ[9]. Σύμφωνα με αρκετούς συγγραφείς, η ίδια εμπλέκεται στη δολοφονία της έτερης συζύγου του Αρσάκη, Ολυμπιάδας, η οποία δηλητηριάστηκε[1][10][11][6]. Ο θάνατος της Ολυμπιάδας οδήγησε τον Πατριάρχη Ναρσή στο να εγκαταλείψει τη βασιλική αυλή[12]. Ακόμη, αναφέρεται πως με δικές της ενέργειες - που περιλάμβαναν και τη δολοφονία στρατηγού - ανατέθηκε στον πατέρα της, Αντόβκ, η στρατιωτική ηγεσία της Τιγρανόκερτας[11]. Αργότερα ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος εντός του αρμενικού κράτους μεταξύ του βασιλιά και μερίδας δυσαρεστημένων ευγενών τους οποίους ενίσχυσαν και περσικά στρατεύματα. Μετά από μια σύντομη ειρήνη ακολούθησε νέα περσική εισβολή, με τον Αρσάκη να αναγκάζεται να παραδοθεί στον Πέρση βασιλιά Σαπώρη Β΄[13].

Η Παραντζέμ, από την πλευρά της, συγκέντρωσε τους θησαυρούς του παλατιού και κατέφυγε με ισχυρή στρατιωτική δύναμη 11.000 ανδρών (καθώς και με μερικές χιλιάδες γυναίκες που την ακολούθησαν) στο ισχυρό οχυρό της Αρτογκέρασσας ή Αρταγέρης. Εκεί υπέστη μια μακρόχρονη πολιορκία που κράτησε δεκατρείς μήνες ή πιθανότερα δύο μικρότερες πολιορκίες που πραγματοποιήθηκαν εντός της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου[14]. Εν τέλει το οχυρό κατελήφθη με τα όπλα ή συνθηκολόγησε και η Παραντζέμ οδηγήθηκε αιχμάλωτη στη Συρία ή την Περσία όπου εκτελέστηκε[6], με ορισμένους συγγραφείς να αναφέρουν άγριο και εξευτελιστικό θάνατο[2][3][11].

Από τον γάμο της με τον Αρσάκη Β΄, η Παραντζέμ απέκτησε έναν γιο, τον Παπ[15], ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Ουάλη εξαιτίας της δολοφονίας του Αρμένιου Πατριάρχη Ναρσή. Η ίδια περιγράφεται ως γενναία γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, ωστόσο κατηγορείται για διάφορα εγκλήματα, ενώ αντιμετωπίζει αρνητικές κριτικές και για τον χαρακτήρα της[2][3][11].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Μπαρτικιάν, Χρατς Μίκαελ (1981). Το Βυζάντιον εις τας αρμενικάς πηγάς. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών. σελ. 30. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Tisdall, William St. Clair (1897). The conversion of Armenia to the Christian faith. The Religious Tract Society. σελ. 214. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Gibbon, Edward (1879). The History of the Decline and Fall of the Roman Empire. 2. New York: Claxton, Remsen & Haffelfinger. σελ. 577. 
  4. Pʻawstos Buzand (1989). Garsoïan, Nina G., επιμ. The epic histories attributed to Pʻawstos Buzand. Buzandaran Patmutʻiwnkʻ. Department of Near Eastern Languages and Civilizations, Harvard University Press. σελ. 304. 
  5. Adalian, Rouben Paul (2010). Historical Dictionary of Armenia (β΄ έκδοση). Lanham: Scarecrow Press. σελ. 176. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Συλλογικό (2009). Philological and Historical Commentary on Ammianus Marcellinus XXVII. Leiden/Boston: BRILL. σελ. 276. 
  7. Chamich, Michael (1827). History of Armenia. From B.C. 2247 to the Year of Christ 1780, Or 1229 of the Armenian Era. Calcutta: Printed at Bishop's College Press, by H. Townsend. σελ. 186. 
  8. P'awstos Buzand (1989) σελ. 286.
  9. Chamich, Michael (1827). σελ. 187-189.
  10. Gibbon (1879). σελ. 473.
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Chamich, Michael (1827). σελ. 189.
  12. Tisdall (1897). σελ. 211.
  13. Tisdall (1897). σελ. 212-213.
  14. Συλλογικό (2009). σελ. 287.
  15. «Pap(a)». referenceworks.brillonline.com (στα Αγγλικά). Brill. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2020. 

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Μπαρτικιάν, Χρατς Μίκαελ (1981). Το Βυζάντιον εις τας αρμενικάς πηγάς. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών.
  • Adalian, Rouben Paul (2010). Historical Dictionary of Armenia (β΄ έκδοση). Lanham: Scarecrow Press.
  • Chamich, Michael (1827). History of Armenia. From B.C. 2247 to the Year of Christ 1780, Or 1229 of the Armenian Era. Calcutta: Printed at Bishop's College Press, by H. Townsend.
  • Gibbon, Edward (1879). The History of the Decline and Fall of the Roman Empire. Volume 2. New York: Claxton, Remsen & Haffelfinger.
  • Tisdall, William St. Clair (1897). The conversion of Armenia to the Christian faith. The Religious Tract Society.
  • Pʻawstos Buzand (1989). Garsoïan, Nina G., επιμ. The epic histories attributed to Pʻawstos Buzand. Buzandaran Patmutʻiwnkʻ. Department of Near Eastern Languages and Civilizations, Harvard University Press.
  • Συλλογικό (2009). Philological and Historical Commentary on Ammianus Marcellinus XXVII. Leiden/Boston: BRILL.