Άνοιγμα κυρίου μενού

Παταγόνες ονομάζονται οι ινδιάνικοι λαοί που μένουν στο ακραίο νότιο τμήμα της Αργεντινής, ανήκουν στην παμπεανική φυλή και μιλούν δική τους γλώσσα, την "τσονέκ" ή "τσονέκα". Οι λαοί αυτοί χαρακτηρίζονται με το όνομα Τεχουέλτσε (Tehuelche) το οποίο προέρχεται από την αρακουανική γλώσσα και σημαίνει "άνθρωποι του Νότου"[1].

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

 
Απεικόνιση των αυτόχθονων Παταγόνων, κοντά στα Στενά του Μαγγελάνου, από το βιβλίο "Voyage au pole sud et dans l'Océanie ....." του Γάλλου εξερευνητή Jules Dumont d'Urville - 1840

Οι Παταγόνες ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες και αποτελούσαν νομαδική φυλή. Τη διάρκεια του χειμώνα ζούσαν στα πεδινά με αλίευση ψαριών και οστρακοειδών, ενώ την άνοιξη μετανάστευαν για κυνήγι στα κεντρικά υψίπεδα της Παταγονίας και τα βουνά των Άνδεων. Σαν κατάλυμα χρησιμοποιούσαν το "τόλντο", χαρακτηριστική δερμάτινη σκηνή των πληθυσμών της Παταγονίας, που χωρίζονταν στο εσωτερικό τους σε πολυάριθμα διαμερίσματα και στηρίζονταν σε πάσσαλους.

Οι αυτόχθονες Παταγόνες της Αργετινής σχεδόν εξοντώθηκαν κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Ερήμου (1879-1883) από τους Ουαλούς προβατοτρόφους και από τους Ισπανούς γαιοκτήμονες, που είχαν σαν αρχηγό τον στρατηγό Χούλιο Αρχεντίνο Ντε Λα Ρόκα (βλ. πόλεμοι Αργετινής - Χιλής). Με το τέλος του πολέμου αυτού άρχισε και η σταδιακή εγκατάσταση τεράστιων κτηνοτροφικών μονάδων[2][3].

Μυθολογικές αναφορέςΕπεξεργασία

Ο μύθος "περί γιγάντων Παταγόνων" που ήταν αρκετά γνωστός μέχρι τον 18ο αι. οφείλεται αρχικά στις ταξιδιωτικές αναφορές από τις εξερευνήσεις του Μαγγελάνου. Αυτός ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που αποφάσισε το 1520 με τέσσερεις καραβέλες να παραπλεύσει τις αφιλόξενες και επικίνδυνες ακτές της Αργεντινής ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρει το πέρασμα από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό Ωκεανό. Έτσι ο Μαγγελάνος και τα πληρώματα των πλοίων του ήρθαν σε επαφή για πρώτη φορά με τους αυτόχθονες λαούς της περιοχής. Το ταξίδι του Μαγγελάνου το έχει περιγράψει ο γραμματικός του Αντώνιος Πιγκαφέτα, για τον οποίο ο ζωγράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου υποστηρίζει πως ήταν από τη Ρόδο. Τον Οκτώβριο του 1520 οι καραβέλες βρέθηκαν σε ένα αραξοβόλι, εκεί όπου σήμερα είναι το παταγονικό λιμάνι του Σαν Τζουλιάν. Οι Ισπανοί ναύτες έβγαιναν κάθε μέρα στην ακτή για να μαζέψουν ξύλα, να προμηθευτούν νερό, χόρτα κλπ., αλλά επί δύο μήνες δεν είχαν δει άνθρωπο! Όμως, σύμφωνα με την περιγραφή Πιγκαφέτα (και μετάφραση Κόντογλου στο βιβλίο «Οι αδάμαστες ψυχές»):

...Μια μέρα, εκεί που δεν το περιμέναμε, φανερώθηκε ένας άνθρωπος γίγαντας. Στεκότανε στην αμμουδιά σχεδόν γυμνός και χόρευε, τραγουδώντας και ρίχνοντας στο κεφάλι του κάποια σκόνη. Ο καπετάνιος έστειλε στη στεριά έναν ναύτη, παραγγέλνοντάς του να κάνει τις ίδιες χειρονομίες, για να του δείξει πως είμαστε φίλοι του και ο αγριάνθρωπος το κατάλαβε καλά και ήρθε σε ένα μικρό νησί που είχε ξεμπαρκάρει ο καπετάνιος...
Αυτός ο άνθρωπος ήταν τόσο μεγαλόσωμος, που το κεφάλι μας έφτανε με το ζόρι ίσαμε τη μέση του. Ο καπετάνιος τού έδωσε το όνομα Παταγκόν (σ.σ. από το ισπανικό pata που σημαίνει πόδι, δηλαδή Παταγόνας σημαίνει μακρυπόδαρος)
- μετάφραση Κόντογλου στο βιβλίο «Οι αδάμαστες ψυχές»[4].

Ο μύθος των γιγάντων της Παταγονίας έλαβε τέλος στα 1773, όταν δημοσιεύτηκε η επίσημη αναφορά του Άγγλου πλοιάρχου John Byron, ο οποίος συνάντησε τους Παταγόνες στον περίπλου της γης που πραγματοποίησε και στην οποία ανέφερε ότι ο ψηλότερους απ’ αυτούς είχε ύψος 1.98 μέτρα.

Μια δεύτερη εξήγηση του μύθου, εκτός των ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών της παμπεανικής φυλής,[5] είναι και τα "γιγαντιαία" αποτυπώματα ποδιών που άφηναν οι Παταγόνες στο έδαφος, οι οποίοι λόγω του ψύχους είχαν τη συνήθεια να τυλίγουν τα πόδια τους με δέρματα γουανάκου, με αποτέλεσμα τα ίχνη τους να είναι ιδιαίτερα μεγάλα.[1]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία