Άνοιγμα κυρίου μενού

Πρεσβύτερος

θρησκευτικός λειτουργός του Χριστιανισμού

Ο όρος πρεσβύτερος αναφέρεται κυριολεκτικά σε ένα άτομο γεροντότερο, μεγαλύτερο σε ηλικία από κάποιο άλλο. Ειδικότερα, προσδιορίζει ένα θρησκευτικό λειτουργό, δημογέροντα, πρόεδρο σωματείου ή δάσκαλο. Ως ιστορική αναφορά, μπορεί να περιγράφει ένα μέλος της ρωμαϊκής συγκλήτου ή ενός ιουδαϊκού συμβουλίου.

ΧριστιανισμόςΕπεξεργασία

Τμήμα μιας σειράς λημμάτων
Βαθμοί Ιεροσύνης της
Επίσκοπος
Πρεσβύτερος
  • Αρχιμανδρίτης
  • Πρωτοπρεσβύτερος
  • Πρεσβύτερος (Ιερέας)
  • Διάκονος
  • Αρχιδιάκονος
  • Διάκονος
  • π  σ  ε

    Στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το αξίωμα του πρεσβυτέρου ταυτίζεται με εκείνο του ιερέα. Στους Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν υφίσταται τάξη κληρικών ή ιερέων και ο πρεσβύτερος —όρος συνώνυμος με τον επίσκοπο— έχει την ευθύνη της ποίμανσης των μελών της τοπικής εκκλησίας.

    Δείτε επίσηςΕπεξεργασία