Σέργιος του Μανσούρ

Ο Σέργιος του Μανσούρ (Σέργιος ὁ τοῦ Μανσοῦρ) (αραβικά: سرجون بن منصور‎; , Sarjun ibn Mansur), ήταν Βυζαντινός, άραβας στην καταγωγή, αξιωματούχος του 7ου αιώνα. Ήταν Μελκίτης χριστιανός και αργότερα αξιωματούχος του Χαλιφάτου των Ομεϋαδών. Γιος ενός διακεκριμένου βυζαντινού αξιωματούχου της Δαμασκού, ήταν αγαπημένος των πρώτων χαλίφιδων , Μωαβία Α΄ και Γιαζίντ Α΄[1] , και υπηρέτησε ως επικεφαλής της δημοσιονομικής διοίκησης για τη Συρία από τα μέσα του 7ου αιώνα έως το έτος 700, όταν ο χαλίφης Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν τον απέρριψε ως μέρος των προσπαθειών του να αραβοποιήσει τη διοίκηση του χαλιφάτου.

Σέργιος του Μανσούρ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
سرجون بن منصور‎; (Αραβικά) και Σέργιος ὁ τοῦ Μανσοῦρ (Αρχαία Ελληνικά)
Γέννηση7ος αιώνας
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Χαλιφάτο των Ομεϋαδών
ΘρησκείαΧριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΑραβικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΑραβικά
Ελληνικά
Οικογένεια
ΤέκναΙωάννης ο Δαμασκηνός
Κοσμάς ο Ξένος
ΓονείςΜανσούρ ιμπν Σαρτζούν

Ήταν ο πατέρας του θεολόγου Ιωάννη Δαμασκηνού και θετός πατέρας του Κοσμά του Μαϊουμά[2]. Ο Σέργιος ήταν γιος του Βυζαντινού Μανσούρ Ιμπν Σαρτζούν, ενός Μελκίτη Σύριου χριστιανού που κατείχε ανώτερα διοικητικά αξιώματα στη Δαμασκό κατά τη διάρκεια των αρχών του 7ου αιώνα: διορίστηκε ως δημοσιονομικός αξιωματούχος από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μαυρίκιο, διατήρησε την εξέχουσα θέση του στην πόλη κατά τη διάρκεια της περσικής κατοχής της πόλης μετά το 613, και ακόμη και μετά τη βυζαντινή ανάκαμψη το 630. Σύμφωνα με τον Ευτύχιο της Αλεξάνδρειας, αυτός ήταν που παρέδωσε στην πόλη στο νεοσύστατο μουσουλμανικό χαλιφάτο υπό τον Χαλίντ ιμπν Ουαλίντ το 635[3][4].

Η ζωή του Σεργίου είναι γνωστή από τις αγιογραφίες του γιου του και του θετού γιου του, καθώς και από διάσπαρτες και σύντομες αναφορές σε ιστορικές πηγές[2]. Σύμφωνα με τους μουσουλμάνους ιστορικούς al-Baladhuri και Αλ Ταμπαρί, ο Σέργιος ήταν ένας Μάουλα του πρώτου χαλίφη Μωαβία, υπηρέτησε ως "γραμματέας του"[2][5]. Οι αγιογραφίες, αν και λιγότερο αξιόπιστες, του αποδίδουν επίσης ρόλο στη διοίκηση, ακόμη και ως «κυβερνήτης» (άρχοντας ή ακόμα και αμίρης)[2], της Δαμασκού και των περιχώρων της, όπου ήταν υπεύθυνος για τη συλλογή των εσόδων[2]. Υπό αυτήν την ιδιότητα, αναφέρεται σε μεταγενέστερες πηγές όπως αυτή του Αλ Μασουντί[1].

Οι αγιογραφίες επιμένουν ότι απολάμβανε μεγάλη εύνοια μεταξύ της οικογένειας του χαλίφη, έτσι ώστε η οικογένειά του να μην ήταν υποχρεωμένη να μεταστραφεί στο Ισλάμ, αν και διαφωνούν μεταξύ τους σχετικά με το αν ο Σέργιος βαφτίστηκε ανοιχτά ή κρυφά. Μερικές πηγές αναφέρουν ακόμη τον Σέργιο, μαζί με τον χριστιανό ποιητή al-Akhtal, ως τους νέους συντρόφους του γιου και του διαδόχου του Μωαβία, Γιαζίντ. Κατείχε μεγάλα κτήματα σε ολόκληρο το Λεβάντε και χρησιμοποίησε τον πλούτο του για να απελευθερώσει χριστιανούς κρατούμενους, μεταξύ των οποίων ο μοναχός Κοσμάς, στον οποίο ανέθεσε στη διδασκαλία των γιων του.

Ο χρονογράφος του 12ου αιώνα Μιχαήλ ο Σύριος αναφέρει (II.492) ότι διώκει τους οπαδούς της Ιακωβικής Εκκλησίας στη Δαμασκό και την Έμεσα[2][6]. Μια άλλη ύστερη συριακή πηγή, το Χρονικό του 1234, αναφέρει επίσης ότι υιοθέτησε διδασκαλίες του Μαξίμου του Ομολογητή, που έγινε επίσημο δόγμα στη Τρίτη οικουμενική σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 681, και τις προώθησε με ζήλο στην Ιερουσαλήμ, την Αντιόχεια και την Έδεσσα. Είναι δύσκολο, ωστόσο, να διακρίνουμε αν αυτές οι δραστηριότητες αποδίδονται σωστά σε αυτόν ή είναι το αποτέλεσμα της σύγχυσης με τον γιο του, τον Ιωάννη Δαμασκηνό[7].

Ο Βυζαντινός χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής αναφέρει τον Σέργιο-Σαρτζούν για το έτος 691/92 ως επικεφαλής υπουργός Οικονομικών του Χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν (περ. 685–705), δίνοντάς του τον ισοδύναμο βυζαντινό τίτλο του γενικού λογοθέτη[8]. Σύμφωνα με την αφήγηση του Θεοφάνη, ο Αμπντ αλ-Μαλίκ προσπάθησε να επισκευάσει την Κάαμπα στη Μέκκα, η οποία είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Δεύτερου Μουσουλμανικού Εμφυλίου Πολέμου, και για το σκοπό αυτό σκόπευε να αφαιρέσει κάποιες στήλες από ένα χριστιανικό ιερό στη Γεθσημανή. Ο Σέργιος, μαζί με έναν άλλο κορυφαίο Χριστιανό, τον Πατρίκιο από την Παλαιστίνη, το εμπόδισαν με επιτυχία αναφέροντας το στον Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστινιανό Β΄Πρότυπο:Reign (περ. 685-695, 705-711), για να τους προμηθεύσει με άλλες στήλες[9][10].

Φαίνεται λοιπόν ότι ο Σέργιος παρέμεινε υπεύθυνος για τη δημοσιονομική διοίκηση της Συρίας υπό πέντε διαφορετικούς χαλίφιδεςς και για μια περίοδο σχεδόν μισού αιώνα : Η θητεία του μπορεί να έχει ξεκινήσει ήδη από το 650/51, και φαίνεται να έληξε όταν ο Αμπντ Μαλίκ αποφάσισε να αραβικοποιήσει τη γραφειοκρατία το 700, διορίζοντας τον Σουλεϊμάν μπιν Σαντ αλ Κουσάνι ως αντικαταστάτη του[11].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Griffith 2016, σελ. 31.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 PmbZSarğūn ibn Manṣūr ar-Rūmī (#6510)
  3. ODB, "Manṣūr ibn Sarjūn" (W. E. Kaegi, A. Kazhdan), p. 1288.
  4. Griffith 2016, σελίδες 29–30.
  5. Griffith 2016, σελίδες 30–31.
  6. Mango & Scott 1997, σελ. 510, note 4.
  7. Griffith 2016, σελίδες 31–32.
  8. Mango & Scott 1997, σελ. 510, esp. note 4.
  9. PmbZ'Abd al-Malik (#18/corr.); Sarğūn ibn Manṣūr ar-Rūmī (#6510); Patrikios (#5755).
  10. Mango & Scott 1997, σελ. 510, esp. note 5.
  11. Sprengling 1939, σελίδες 182, 211–213.

ΠηγέςΕπεξεργασία