Το σκάνδαλο του Παναμά (Γαλλικά: Le scandale de Panama) ήταν υπόθεση διαφθοράς που ξέσπασε στη Γαλλία το 1892 κατά την Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία και συνδέεται με την αποτυχημένη προσπάθεια της γαλλικής οικοδομικής Εταιρείας του Παναμά να κατασκευάσει τη Διώρυγα του Παναμά. Σχεδόν μισό δισεκατομμύριο φράγκα χάθηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες αποταμιευτές καταστράφηκαν οικονομικά και μέλη της γαλλικής κυβέρνησης δωροδοκήθηκαν για να αποσιωπήσουν τα οικονομικά προβλήματα της εταιρείας, προκαλώντας αυτό που θεωρείται ως το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο με πολιτικές διαστάσεις του 19ου αιώνα. [1]

Παγκόσμια Εταιρεία της διώρυγας του Παναμά - Δανεισμός Ομολόγων του 1888.

Τα γεγονόταΕπεξεργασία

Μετά την επιτυχία της κατασκευής της διώρυγας του Σουέζ στις 17 Νοεμβρίου 1869, η φήμη του Φερντινάν Λεσσέψ εκτοξεύθηκε, και όταν το 1881 αποφασίστηκε η κατασκευή της Διώρυγας του Παναμά, το έργο ανατέθηκε σ' αυτόν, ο οποίος ίδρυσε την Εταιρεία του Παναμά (Compagnie universelle du canal interocéanique de Panama) και ανέλαβε το έργο. Οι εργασίες όμως προχωρούσαν δύσκολα, μέσα σε λίγα χρόνια σημειώθηκαν μεγάλες απώλειες κυρίως λόγω της ελονοσίας και άλλων ασθενειών που προκαλούσε το υγρό και ζεστό κλίμα της περιοχής.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1889, το Δικαστήριο διέταξε την εκκαθάριση της Εταιρείας του Παναμά στο Παρίσι. Οι εργασίες στον ισθμό σταμάτησαν εν τω μεταξύ, ενώ ο εκκαθαριστής που διορίστηκε από το δικαστήριο ανέλαβε τη συντήρηση των υπαρχόντων κτηρίων, εργαλείων και μηχανημάτων. Ωστόσο, η γαλλική κυβέρνηση καθυστερούσε την εκκαθάριση όλο και περισσότερο, επειδή οι προσφορές εξαγοράς από διάφορες αμερικανικές εταιρείες φαίνονταν ανεπαρκείς. Δεν ήταν δυνατή η έναρξη μιας ενδιάμεσης εταιρείας λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Ο εκκαθαριστής όρισε μια εξεταστική επιτροπή, της οποίας η έκθεση του 1890 συνέστησε τη συνέχιση του έργου και την ανανέωση της σύμβασης του 1878 με την Κολομβία. Αυτό συμφωνήθηκε το 1890 στη Μπογκοτά, με ισχύ μέχρι το 1904.

Τον Δεκέμβριο του 1892, η εταιρεία κήρυξε πτώχευση. Περίπου 800.000 Γάλλοι έχασαν τις επενδύσεις τους σε μετοχές, ομόλογα και μετοχές της εταιρείας του Παναμά, στο σημαντικό ποσό των περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων φράγκων χρυσού. Η εταιρεία αποκόμισε 1,2 δισεκατομμύρια φράγκα χρυσού, 960 εκατομμύρια εκ των οποίων επενδύθηκαν στον Παναμά και ένα μεγάλο ποσό χρησιμοποιήθηκε για δωροδοκία χρηματιστών, πολιτικών και μέσων ενημέρωσης. [2]

Το σκάνδαλοΕπεξεργασία

 
Σκηνή από τη δίκη της Εταιρείας του Παναμά στο Παρίσι

Το 1892, ένας μεγάλος αριθμός υπουργών (μεταξύ των οποίων και ο Ζωρζ Κλεμανσώ) κατηγορήθηκαν ότι δωροδοκήθηκαν από τον Φερντινάν Λεσσέψ το 1888, γεγονός που οδήγησε σε δίκη διαφθοράς εναντίον του Λεσσέψ και του γιου του Σαρλ. Εν τω μεταξύ, 510 μέλη του κοινοβουλίου - συμπεριλαμβανομένων έξι υπουργών - κατηγορήθηκαν ότι έλαβαν χρηματικά ποσά από την εταιρεία του Παναμά για να αποκρύψουν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας από το κοινό. Ο Λεσσέψ, ο γιος του Σαρλ, μέλη της διοίκησης, καθώς και ο μηχανικός Γκυστάβ Εφέλ, αρχικά καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις, που αργότερα ακυρώθηκαν.

Στη δίκη για τη δωροδοκία, ο Μπετώ, πρώην υπουργός Ανάπτυξης της Πόλης, καταδικάστηκε σε πενταετή ποινή φυλάκισης, εκ των οποίων εξέτισε τα τρία χρόνια. Ο βαρόνος Ρενάκ -Γάλλος τραπεζίτης, οικονομικός σύμβουλος της εταιρείας και μεσάζων για τις διάφορες δωροδοκίες - αυτοκτόνησε. Άλλοι κατηγορούμενοι κατέφυγαν στην Αγγλία. Στις 7 Δεκεμβρίου 1894, ο Λεσσέψ πέθανε.

Οι πολιτικοί που κατηγορήθηκαν για ανάμιξη περιλάμβαναν τον Λεό Μπουρζουά και τον Αλφρέ Ζοζέφ Νακέ. Διαπιστώθηκε ότι 104 νομοθέτες είχαν εμπλακεί στη διαφθορά και ανατέθηκε από το γαλλικό κοινοβούλιο στον Ζαν Ζωρές να διεξάγει έρευνα, που ολοκληρώθηκε το 1893. [3] Οι έρευνες για την υπόθεση του Παναμά επαναλήφθηκαν το 1897 αλλά οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.[4]

ΕπιπτώσειςΕπεξεργασία

 
Ο βαρόνος Ρενάκ αναγκάζεται να πιεί δηλητήριο. Γελοιογραφία, ακουαρέλα του H. Robert, 1897.

Ο Ζωρζ Κλεμανσώ ηττήθηκε στις εκλογές του 1893 λόγω της σχέσης του με τον εμπλεκόμενο Κορνέλιους Χερζ. Παρόλο που κατέρρευσαν τρεις κυβερνήσεις, αυτή η κρίση διέφερε από την υπόθεση Μπουλανζέ του 1889, στο ότι η Δημοκρατία δεν απειλήθηκε ποτέ πραγματικά να ανατραπεί. Ωστόσο, προκάλεσε αμφιβολίες στο κοινό και έπληξε την αξιοπιστία των πολιτικών. Για τους μοναρχικούς απέδειξε ότι η δημοκρατία ήταν διεφθαρμένη. [5]

Η Χάνα Άρεντ υποστηρίζει ότι η υπόθεση είχε τεράστια σημασία στην ανάπτυξη του γαλλικού αντισημιτισμού, λόγω της συμμετοχής δύο Εβραίων Γερμανικής καταγωγής, του βαρόνου Ζακ Ρενάκ και του Κορνέλιους Χερζ. Αν και δεν ήταν μεταξύ των δωροδοκούντων μελών του Κοινοβουλίου ή στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, σύμφωνα με την Άρεντ ήταν υπεύθυνοι για τη διανομή των χρημάτων δωροδοκίας, ο Ρενάκ μεταξύ της δεξιάς πτέρυγας των αστικών κομμάτων, ο Χερζ μεταξύ των αντι-κληρικών ριζοσπαστών. Ο Ρενάκ ήταν ένας μυστικός χρηματοοικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης και χειρίστηκε τις σχέσεις της με την εταιρεία του Παναμά. Ο Χερζ ήταν η επαφή του Ρενάκ στη ριζοσπαστική πτέρυγα.

Ωστόσο, πριν από την αυτοκτονία του τον Νοέμβριο 1892, ο Ρενάκ έδωσε μια λίστα με τα εμπλεκόμενα μέλη του Κοινοβουλίου στον Ελεύθερο Λόγο (Libre Parole), την αντισημιτική εφημερίδα του Εντουάρ Ντρυμόν, με αντάλλαγμα την κάλυψη του ρόλου του από την εφημερίδα. Ξαφνικά, η υπόθεση του Παναμά μετέτρεψε τον Ελεύθερο Λόγο από ένα σκοτεινό φύλλο σε μία από τις σημαντικότερες εφημερίδες στη χώρα. Ο κατάλογος των ενόχων δημοσιεύονταν κάθε πρωί τμηματικά, έτσι ώστε εκατοντάδες πολιτικοί και δημοσιογράφοι ζούσαν με την αγωνία αποκάλυψής τους για μήνες. Το σκάνδαλο έδειξε, κατά την άποψη της Άρεντ, ότι οι μεσάζοντες μεταξύ του επιχειρηματικού τομέα και του κράτους ήταν σχεδόν αποκλειστικά Εβραίοι, βοηθώντας έτσι να ανοίξει ο δρόμος για την υπόθεση Ντρέϋφους. [2]

Το 1894, δημιουργήθηκε μια δεύτερη γαλλική εταιρεία, η Νέα εταιρεία της Διώρυγας του Παναμά (Compagnie Nouvelle du Canal de Panama) για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και ενδεχομένως την ολοκλήρωση της κατασκευής. Η νέα εταιρεία αναζήτησε αγοραστή για τα περιουσιακά στοιχεία, με ζητούμενη τιμή 109 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Η κατασκευή του καναλιού αναλήφθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες που αγόρασαν τη μίσθωση, τις μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία τον Νοέμβριο 1903, για 40 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Οι εργασίες συνεχίστηκαν το 1904 και η διώρυγα άνοιξε στις 3 Αυγούστου 1914.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία