O όρος σκοταδισμός περιγράφει την σκόπιμη πρακτική περιορισμού της γνώσης και της πληροφόρησης.

Ο όρος σκοταδισμός προέρχεται από τον τίτλο σατιρικού έργου του 16ου αιώνα Epistolæ Obscurorum Virorum μεταξύ 1515–19, που βασίστηκε στη διανοητική διαμάχη μεταξύ του Γερμανού ουμανιστή Johann Reuchlin και του μοναχού Johannes Pfefferkorn του Τάγματος των Δομινικανών, σχετικά με το εάν όλα τα εβραϊκά βιβλία έπρεπε ή όχι να καούν ως αντιχριστιανικά και αιρετικά, όπως το Ταλμούδ.

Τον 18ο αιώνα, οι Διαφωτιστές χρησιμοποιούσαν τον όρο σκοταδιστής σε κάθε εχθρό του πνευματικού διαφωτισμού και της φιλελεύθερης διάχυσης της γνώσης.[1]


  1. Buekens, Filip; Boudry, Maarten (2014). «The Dark Side of the Loon. Explaining the Temptations of Obscurantism». Theoria 81 (2): 126–143. doi:10.1111/theo.12047. https://www.researchgate.net/publication/261567941. «The charge of obscurantism suggests a deliberate move on behalf of the speaker, who is accused of setting up a game of verbal smoke and mirrors to suggest depth and insight where none exists. The suspicion is, furthermore, that the obscurantist does not have anything meaningful to say and does not grasp the real intricacies of his subject matter, but nevertheless wants to keep up appearances, hoping that his reader will mistake it for profundity.(p. 126)».