Η Σφαγή του Τσακούλι(αγγλ.: "Ciaculli Massacre") όπως ιστορικά αναφέρεται έγινε στις 30 Ιουνίου 1963 και προκλήθηκε από εκρήξη βόμβας που ήταν τοποθετήμενη μέσα σε αυτοκίνητο, σκοτώνοντας επτά αστυνομικούς και στρατιωτικούς που είχαν πάει στο Τσακούλι, ένα προάστιο του Παλέρμο για να εκκενώσουν την περιοχή μετά από ανώνυμο τηλεφώνημα. Η βόμβα προοριζόταν για τον Σαλβατόρε Γκρέκο, επικεφαλής της Σικελικής Επιτροπής και αφεντικό της μαφίας του Τσακούλι. To αφεντικό της μαφίας Πιέτρο Τορέτα θεωρήθηκε ότι ήταν ο άνθρωπος πίσω από τη βομβιστική επίθεση.

Η Σφαγή του Τσακούλι ήταν το αποκορύφωμα ενός αιματηρού πολέμου της μαφίας ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες στο Παλέρμο στις αρχές της δεκαετίας του 1960 (γνωστός και ως ο πρώτος πόλεμος της μαφίας), για τον έλεγχο των κερδοφόρων ευκαιριών που προκάλεσε η γρήγορη αστική ανάπτυξη και το παράνομο εμπόριο ηρωίνης στη Βόρεια Αμερική. Η αγριότητα αυτού του πολέμου ήταν άνευ προηγουμένου, και είχε σαν αποτέλεσμα 68 νεκρούς από το 1961 έως το 1963.

ΥπόβαθροΕπεξεργασία

Στη δεκαετία του 1950, η μαφία είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για την ιδιοκτησία ακινήτων, την κερδοσκοπία, την κατασκευή δημόσιων έργων, τις εμπορικές μεταφορές και τις χονδρικές αγορές φρούτων, λαχανικών, κρέατος και ψαριών που εξυπηρετούσαν την αναδυόμενη πόλη του Παλέρμο, του οποίου ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά 100.000 μεταξύ 1951 και 1961.

Μια σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των μαφιόζων και μιας νέας γενιάς πολιτικών του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, όπως ο Σάλβο Λίμα και ο Βίτο Τσιανσίμινο. Ο Λίμα συνδέθηκε με τον Αντζέλο Λα Μπαρμπέρα, τον Τομάζο Μπουσκέτα και τον κορυφαίο επιχειρηματία οικοδομικών κατασκευών Φρανσίσκο Βασάλο.

Την περιόδο 1958-1964, που ο Λίμα ήταν δήμαρχος του Παλέρμο και ο Τσιανσίμινο ήταν αξιολογητής των δημόσιων έργων, υπεγράφησαν συνολικά 4.000 άδειες οικοδόμησης, με περισσότερες από τις μισές ήταν στα ονόματα τριών συνταξιούχων που δεν είχαν καμία σχέση με τις οικοδομικές κατασκευές. Η κατασκευαστική έκρηξη οδήγησε στην καταστροφή της πράσινης ζώνης της πόλης, και οι χαρακτηριστικές βίλες αντικαταστάθηκαν από μεγάλες πολυκατοικίες.

Πρώτος πόλεμος της μαφίαςΕπεξεργασία

Ο πόλεμος της μαφίας πυροδοτήθηκε από μια διαμάχη για ένα χαμένο φορτίο ηρωίνης και τη δολοφονία του Καλτσέντονιο Ντε Πίζα, σύμμαχο του Σαλβατόρε Γκρέκο τον Δεκέμβριο του 1962. Ο Γκρέκο υποψιαζόταν τους αδελφούς Αντζέλο και Σαλβατόρε Λα Μπαρμπέρα για την επίθεση.

Η Βόμβα του Τσιάκουλι προκάλεσε τις πρώτες εναρμονισμένες προσπάθειες κατά της μαφίας από το κράτος στην μεταπολεμική Ιταλία. Σε διάστημα δέκα εβδομάδων συνελήφθησαν 1.200 μαφιόζοι, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν εκτός δράσης για πέντε ή έξι χρόνια. Η Σικελική Επιτροπή της Μαφίας διαλύθηκε και οι μαφιόζοι που είχαν ξεφύγει από τη σύλληψη, μεταξύ των οποίων και ο Τομάζο Μπουσκέτα, πολλοί πήγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αργεντινή, τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα. Ο Σαλβατόρε Γκρέκο διέφυγε στο Καράκας τις Βενεζουέλας. Παράλληλα στο ιταλικό κοινοβούλιο ψηφίστηκε ένας νόμος τον Δεκέμβριο του 1962 για τη σύσταση μιας επιτροπής κατά της μαφίας, η οποία άρχισε τις εργασίες της για πρώτη φορά στις 6 Ιουλίου του 1963. Η τελική έκθεσή της επιτροπής υποβλήθηκε το 1976.

Τα ΘύματαΕπεξεργασία

Τα επτά θύματα της εκρήξης ήταν ο Μάριο Μαλαούζα, Σιλβίο Κοράο, ο Καλοτζέρο Βακάρο, ο Εουτζένιο Αλτομάρε και ο Μάριο Φαρμπέλι από το σώμα των Καραμπινιέρι και ο Πασκουάλε Νούτσιο και Τζόρτζιο Τσιάκι από τον Ιταλικό στρατό.

Βιβλιογραφικές πηγέςΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ciaculli bombing της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).