Ταπετσαρία ονομάζεται το υλικό, συνήθως ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό με το οποίο επενδύονται έπιπλα και εσωτερικοί τοίχοι. Ο όρος αυτός έχει ελληνική προέλευση, από τη λέξη «τάπης» (βλ. ο τάπης = χαλί) που υπάρχει για την υφασμάτινη επένδυση των πατωμάτων για να μην είναι κρύα τον χειμώνα.

Κλασικού τύπου πολυθρόνα της Μ. Βρεττανίας, επενδυμένη με ταπετσαρία

Ο όρος αξιοποιήθηκε και στα ιταλικά (βλ. tappeto) και αφορούσε κυρίως τα χαλιά και τις υφασμάτινες επενδύσεις των τοίχων. Η επένδυση γινόταν και για αισθητικούς λόγους αλλά και για προστασία από την υγρασία.

Ιστορικά, ταπετσαρία σήμαινε η επένδυση των τοίχων, η οποία για αιώνες αποτελούσε σημαντικό μέρος της υφαντουργίας, καθώς σχεδόν όλες οι επενδύσεις από φυτικές ή ζωικές ίνες, ήταν υφαντές σε αργαλειούς και προορίζονταν για τοιχοποιίες. Πολύ αργότερα, το υλικό της επένδυσης των τοίχων εξελίχθηκε σε χάρτινη επένδυση.

Ο όρος ταπετσαρία, στη συνέχεια, επεκτάθηκε και στην επένδυση των επίπλων (βλ. tappezzeria, tapisserie, upholstery). Μεγάλο μέρος των επίπλων σήμερα είναι «ταπετσαρισμένα» με ύφασμα ή δέρμα ή άλλο συνθετικό υλικό. Ταπετσαρία ονομάζουμε και την επένδυση των καθισμάτων του εσωτερικού χώρου των αυτοκινήτων, των πλοίων ή των αεροπλάνων.

Ο εξειδικευμένος τεχνίτης ονομάζεται «ταπετσέρης» ή «ταπετσιέρης».