Άνοιγμα κυρίου μενού
Ανάπτυξη Σοβιετικών στρατευμάτων κατά τη διάρκεια των ταραχών

Οι ταραχές στη Ντουσαμπέ του 1990 ήταν αντικυβερνητική αναταραχή στην Ντουσαμπέ, την πρωτεύουσα του Τατζικιστάν, στις 12 με 14 Φεβρουαρίου 1990.

ΙστορίαΕπεξεργασία

Το 1988, στον απόηχο του πογκρόμ του Σουμγκάιτ και τις αντιαρμενικές ταραχές στο Αζερμπαϊτζάν, 39 Αρμένιοι πρόσφυγες προσωρινά επανεγκαταστάθηκαν από το Αζερμπαϊτζάν στην Ντουσαμπέ.[1] Το 1990, η αρμενική εισροή έγινε αντικείμενο φημών που πυροδότησε ταραχές στη Ντουσαμπέ.[2] Η φήμη διόγκωνε τον αριθμό προσφύγων στα 2.500–5.000 άτομα. Σύμφωνα με φήμες οι Αρμένιοι φέρονταν να έχουν εγκατασταθεί σε νέες κατοικίες στη Ντουσαμπέ, η οποία βίωνε μια οξεία έλλειψη κατοικιών εκείνη την εποχή.[3] Παρά το γεγονός ότι οι Αρμένιοι πρόσφυγες δεν επανεγκαταστάθηκαν όχι δημόσια στέγαση αλλά με τους συγγενείς τους, και από το 1990 είχαν ήδη φύγει από το Τατζικιστάν για την Αρμενία, η επίσημη καταγγελία των φημών δεν ήταν σε θέση να σταματήσει τις διαμαρτυρίες. Οι διαβεβαιώσεις από το Πρώτο Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γκαγκάρ Μαχάμοφ ότι δεν πραγματοποιούταν επανεγκατάσταση Αρμενίων απορρίφθηκε από τους διαδηλωτές.[4]

Σύντομα, οι διαδηλώσεις που χρηματοδοτούνταν από το εθνικιστικό κίνημα Ραστοχέζ έγιναν βίαιες[4]. Οι διαδηλωτές απαιτούσαν ριζικές οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις[4]. Κυβερνητικά κτίρια, καταστήματα και άλλες επιχειρήσεις δέχθηκαν επιθέσεις και λεηλατήθηκαν. Αρμένιοι, Ρώσοι,[5] και άλλες εθνικές μειονότητες στοχοποιήθηκαν. Επίσης, έγινε δημόσια κακοποίηση γυναικών που φορούσαν Ευρωπαϊκά ρούχα. Οι ταραχές κατεστάλησαν από τα Σοβιετικά στρατεύματα που κλήθηκαν στη Ντουσαμπέ[6] από τον Γκαγκάρ Μαχκάμοφ. Ωστόσο η υπερεξάρτηση του Μαχάμοφ από τη στρατιωτική δύναμη επικρίθηκε από τον Μπούρι Καρίμοφ, αναπληρωτή πρόεδρο του Συμβουλίου των Υπουργών, ο οποίος ζήτησε την παραίτηση του από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος του Τατζικιστάν. Στις 14 Φεβρουαρίου 1990 ο Μαχάμοφ και ο Πρωθυπουργός του Τατζικιστάν Εζατολόχ Χαγιέγιεφ υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους, αλλά δεν έγιναν αποδεκτές από την Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος του Τατζικιστάν.

Κατά τη διάρκεια των ταραχών της Ντουσαμπέ, που διήρκεσαν δύο ημέρες, 26 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 565 τραυματίστηκαν. Μεταξύ των Τατζίκων νέων ακτιβιστών που καταδικάστηκαν για συμμετοχή στις ταραχές ήταν ο μελλοντικός υπουργός εσωτερικών του Τατζικιστάν Γιακούμπ Σαλίμοφ.[7] Μικρότερης κλίμακας αντιαρμενικά περιστατικά καταγράφηκαν επίσης σε μια άλλη Σοβιετική Δημοκρατία της Κεντρικής Ασίας, το Τουρκμενιστάν.[8]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Horowitz, Donald L. (2002). The Deadly Ethnic Riot. University of California Press. σελ. 74. ISBN 0-520-23642-4. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2008. 
  2. Michael Waller, επιμ. (1998). Conflicting Loyalties and the State in Post-Soviet Russia and Eurasia. Routledge. σελίδες 169–170. ISBN 0-7146-4882-5. 
  3. Payin, Emil. «Settlement of ethnic conflicts in post-Soviet society». United Nations University Press. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2008. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Takeyh, Ray; Nikolas K. Gvosdev (2004). The Receding Shadow of the Prophet. Greenwood Publishing Group. ISBN 0-275-97629-7. 
  5. Kolstø, Pål; Andrei Edemsky (1995). Russians in the Former Soviet Republics. Indiana University Press. σελ. 213. ISBN 0-253-32917-5. 
  6. Collins, Kathleen (2006). Clan politics and regime transition in Central Asia. Cambridge University Press. σελ. 155. ISBN 0-521-83950-5. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2008. 
  7. ГАФАРЛЫ, МЕХМАН (2004-02-25). «Αρχειοθετημένο αντίγραφο» (στα Russian). Novye Izvestiya. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2010-03-13. https://web.archive.org/web/20100313152601/http://www.newizv.ru/news/2004-03-01/4901. Ανακτήθηκε στις 2008-10-23. 
  8. Allworth, Edward (1994). Central Asia, 130 Years of Russian Dominance. Duke University Press. σελίδες 586–587. ISBN 0-8223-1521-1. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2008.