Το κοιμητήριο της Πράγας

μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο (2010)

Το κοιμητήριο της Πράγας (ιταλ. Il cimitero di Praga) είναι μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα Ουμπέρτο Έκο, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2010, όντας το έκτο μυθιστόρημά του. Η ελληνική μετάφρασή του, από την Έφη Καλλιφατίδη, εμφανίσθηκε ένα έτος αργότερα. Το βιβλίο αυτό έχει χαρακτηρισθεί ως «το καλύτερο μυθιστόρημα του Έκο μετά το Το Όνομα του Ρόδου».[1]

Το κοιμητήριο της Πράγας
ΣυγγραφέαςΟυμπέρτο Έκο
ΤίτλοςIl cimitero di Praga
ΓλώσσαΙταλικά
Ημερομηνία δημιουργίας2010
Ημερομηνία δημοσίευσηςΟκτώβριος 2010
Είδοςιστορικό μυθιστόρημα
historical mystery
ΤόποςΠαρίσι
LΤ ID10220422
ΠροηγούμενοThe Mysterious Flame of Queen Loana
ΕπόμενοNumero Zero

ΠεριεχόμενοΕπεξεργασία

Ο βασικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Σιμόνε Σιμονίνι, ένας άνθρωπος τον οποίο ο Έκο ισχυρίσθηκε ότι προσπάθησε να καταστήσει τον πιο κυνικό και αντιπαθή χαρακτήρα σε όλη την ιστορία της λογοτεχνίας[2] Στο βιβλίο είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας, καθώς όλοι οι άλλοι αποτελούν ιστορικά πρόσωπα του 19ου αιώνα. Ο Σιμόνε υπότιθεται ότι γεννήθηκε στο Τορίνο το 1830. Η μητέρα του πέθανε όταν αυτός ήταν ακόμα παιδί, ενώ ο πατέρας του σκοτώθηκε in 1848 μαχόμενος για μια ενωμένη Ιταλία. Ο Σιμόνε ανατράφηκε από τον παππού του, έναν αντιδραστικό που στέγαζε Ιησουίτες πρόσφυγες και μισούσε τους Εβραίους.

Ο Σιμονίνι απορροφά τον αντισημιτισμό του παππού του, αλλά και ο ριζοσπαστισμός και αντιπάθεια για τους Ιησουίτες που έτρεφε ο πατέρας του αυξάνουν τις αντικληρικαλιστικές τάσεις του. Στα έργα Γάλλων συγγραφέων όπως των Ευγενίου Σύη και Αλεξάνδρου Δουμά ο Σιμονίνι αρέσκεται να διαβάζει για δολοπλοκίες και συνωμοσίες, και εμπνεέται να τις μιμηθεί στη δική του ζωή.

Ο Σιμονίνι σπουδάζει νομική. Μετά τον θάνατο του παππού του, μπαίνει στην υπηρεσία ενός ανέντιμου δικηγόρου, ο οποίος του διδάσκει την τέχνη της πλαστογραφίας. Οι δεξιότητές του σχετικώς προσελκύουν την προσοχή της μυστικής υπηρεσίας του Βασιλείου Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας, που αποφασίζει πως θα της ήταν ίσως χρήσιμες. Η υπηρεσία τού αναθέτει να δράσει ως πράκτορας, καταδίδοντας στην αστυνομία μια ομάδα ριζοσπαστών φοιτητών με τους οποίους έκανε παρέα. Σε αντάλλαγμα, η μυστική υπηρεσία βοηθεί τον Σιμονίνι να προδώσει το αφεντικό του, να τον ρίξει στη φυλακή (όπου σύντομα πεθαίνει) και να πάρει το δικηγορικό γραφείο του.

Το 1860 ο Γαριβάλδης με τους «Χίλιους» ερυθροχιτώνες του εισβάλλει στη Σικελία, οπότε ο Σιμονίνι στέλνεται στο Παλέρμο ως κατάσκοπος για να αναφέρει σχετικώς με τις κινήσεις του Γαριβάλδη μετά την κατάληψη του νησιού. Σε αυτή την αποστολή, ο Σιμονίνι ανακαλύπτει ότι, αντίθετα με τις φήμες, οι Χίλιοι του Γαριβάλδη δεν είναι αγρότες χωρικοί, αλλά σπουδάζουσα νεολαία, τεχνίτες και ελεύθεροι επαγγελματίες. Η στήριξη που προσφέρουν οι Σικελοί αγρότες δεν έχει να κάνει με κάποιο αίσθημα πατριωτισμού, αλλά με το μίσος τους κατά των εκμεταλλευτών τσιφλικάδων και των καταπιεστικών Ναπολιτάνων αξιωματούχων. Ο ίδιος ο Γαριβάλδης δεν ενδιαφέρεται για κοινωνική επανάσταση και παίρνει το μέρος των Σικελών γαιοκτημόνων κατά των εξεγερμένων αγροτών. Το Βασίλειο Πεδεμοντίου-Σαρδηνίας στηρίζει επιφυλακτικά την ενοποίηση της Ιταλίας, αλλά ανησυχεί ότι η δόξα του Γαριβάλδη ίσως επισκιάσει τη φήμη του βασιλιά του, Βίκτορος Εμμανουήλ, ή χειρότερα ότι ίσως ανακηρύξει αβασίλευτη δημοκρατία.

Ο Σιμονίνι συναντά τον Γάλλο μυθιστοριογράφο Αλέξανδρο Δουμά και τους Ιταλούς πατριώτες Νίνο Μπίξιο και Ιππόλυτο Νιέβο. Ο Σιμονίνι διατάσσεται να καταστρέψει κάποια καλά φυλασσόμενα έγγραφα που κατέχει ο Νιέβο. Γίνεται φίλος με τον Νιέβο προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, αλλά τα έγγραφα φυλάσσονται πάρα πολύ καλά. Ο μόνος τρόπος που μπορεί να σκεφθεί ο Σιμονίνι είναι να ανατινάξει το πλοίο με το οποίο αναχωρεί ο Νιέβο - στέλνοντας τα έγγραφα, τον ίδιο τον Νιέβο και δεκάδες άλλους στα βάθη της θάλασσας. Μηχανεύεται ένα σχέδιο και επιβιβάζει λαθραία στο πλοίο έναν διαταραγμένο δυσαρεστημένο επαναστάτη με ένα κιβώτιο με εκρηκτικά, ενώ δωροδοκεί και έναν ναυτικό να λάβει μέρος στην επιχείρηση, γνωρίζοντας ότι αμφότεροι θα χαθούν με το ναυάγιο. Στη συνέχεια δολοφονεί με μαχαίρι τον άνθρωπο που είχει προμηθεύσει τα εκρηκτικά, ώστε να μην υπάρχει άλλος μάρτυρας.

Ωστόσο οι εργοδότες του Σιμονίνι στη μυστική υπηρεσία είναι κάθε άλλο παρά ευχαριστημένοι: το παρατράβηξε και υπερέβη κατά πολύ το καθήκον του, με τη βύθιση του πλοίου «Ηρακλής» να δημιουργεί υποψίες και κακή εικόνα για την κυβέρνηση της νέας, ενωμένης Ιταλίας. Ευτυχώς για τον Σιμονίνι, οι εργοδότες του δεν είναι τόσο ανελέητοι όσο ο ίδιος: Αντί να τον κάνουν να σωπάσει για πάντα, τον εξορίζουν στο Παρίσι και τον συστήνουν στη μυστική υπηρεσία του Γάλλου Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄. Το υπόλοιπο του μυθιστορήματος διαδραματίζεται στο Παρίσι.

Ο Σιμονίνι φθάνει εκεί το 1861 και στήνει μια επιχείρηση πλαστογραφήσεως εγγράφων πάνω από ένα παλαιοπωλείο κοντά στην Πλατεία Μωμπέρ. Εργάζεται και για λογαριασμό της γαλλικής μυστικής υπηρεσίας. Τα επόμενα 35 έτη στήνει παγίδες για επαναστάτες που μάχονται κατά του Ναπολέοντα Γ΄, παρέχει πληροφορίες κατά τις ημέρες της Κομμούνας των Παρισίων και πλαστογραφεί το bordereau που θα πυροδοτήσει την Υπόθεση Ντρέιφους.

Με όλα τα παραπάνω κερδίζει αρκετά για να ζει σχετικώς καλά και να απολαμβάνει το πάθος του για εξαιρετικό φαγητό, αλλά θέλει να εξασφαλίσει και μια αξιοπρεπή σύνταξη. Συλλαμβάνει έτσι ένα σχέδιο πλαστογραφίας που θα καταστεί τελικώς ο πυρήνας για τα μετέπειτα διαβόητα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, ένα κείμενο που ισχυρίζεται ότι οι Εβραίοι σχεδιάζουν να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Η αρχική έμπνευση για την ιδέα του Σιμονίνι είναι μια περιγραφή μιας συνάξεως Μασόνων στο μυθιστόρημα του Δουμά Ζοζέφ Μπαλσαμό, την οποία σταδιακά συνυφαίνει μαζί με άλλες πηγές που αλληλοτροφοδοτούνται — το Les Mystères du Peuple του Ευγενίου Σύη, τον Διάλογο στην Κόλαση μεταξύ Μακιαβέλλι και Μοντεσκιέ του Μωρίς Ζολύ και ένα μυθιστόρημα με τίτλο Μπίαρριτς ενός Πρώσου μυστικού πράκτορα ονόματι Χέρμαν Γκέντσε (Goedsche), που χρησιμοποιούσε ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο το «σερ Τζων Ρέτκλιφ».

Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος δίνεται υπό τη μορφή ενός ημερολογίου που γράφει ο Σιμονίνι το 1897: Ξυπνώντας ένα πρωινό διαπιστώνει ότι έχει χάσει τη μνήμη του και υποπτεύεται ότι κάτι τρομερό έχει συμβεί. Λίγα χρόνια νωρίτερα, στο μέρος όπου γευμάτιζε τακτικά, το Chez Magny, είχε συναντήσει έναν νεαρό γιατρό που μετεκπαιδευόταν στο Νοσοκομείο Σαλπετριέρ, το όνομα του οποίου, φαίνεται να θυμάται, ήταν «Φροΐντε ή κάτι τέτοιο». Αυτός του είχε μιλήσει για μια θεραπεία δια της ομιλίας ως μέσο για την καταπολέμηση τραυματικών εμπειριών. Ο Σιμονίνι αποφασίζει έτσι να γράψει οτιδήποτε θυμάται ακόμα με τη μορφή ενός ημερολογίου, με την ελπίδα να επανακτήσει τη μνήμη του.

Ο Σιμονίνι εργάζεται πολλές ώρες σε αυτό, αποκοιμώμενος από την εξάντληση ή από υπερβολική οινοποσία. Αλλά κάθε φορά που ξυπνάει ανακαλύπτει ότι κάποιος έχει προσθέσει σημειώσεις στο ημερολόγιό του, κάποιος μυστηριώδης Αββάς Νταλλά Πίκκολα, που φαίνεται να γνωρίζει υπερβολικά πολλά σχετικώς με τη ζωή του Σιμονίνι. Ο Πίκκολα έχει τη δική του ιστορία να διηγηθεί, που περιλαμβάνει Παλλαδιστές και Μασόνους γενικότερα, τη λατρεία του Σατανά και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και εισάγει και άλλα πραγματικά πρόσωπα, όπως τις Αγία Τερέζα του Λισιέ, Γιουλιάνα Γκλίνκα και Ντιάνα Βων, τον Πιοτρ Ρατσκόφσκι και έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς πλαστών ιστοριών του 19ου αιώνα, τον Λεό Ταξίλ.

Η κορύφωση της σταδιοδρομίας του Σιμονίνι θα είναι η σύνθεση αυτού που θα καταστεί τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, με την επέκταση πολλών προγενέστερων κατασκευών που υποτίθεται ότι τεκμηριώνουν μια συνωμοτική συνάντηση για την παγκόσμια κυριαρχία, η οποία λέγεται ότι έλαβε χώρα στο παλαιό Εβραϊκό Κοιμητήριο της Πράγας (στην πραγματικότητα το παλαιότερο τέτοιο «ντοκουμέντο» που είχε γράψει ο Σιμονίνι όταν ακόμα διέμενε στην Ιταλία, είχε τους Ιησουίτες στη θέση συνωμοτών αντί των Εβραίων).

Το κείμενο δίνεται σε εκπροσώπους της μυστικής αστυνομίας του Τσάρου, οι οποίοι στη συνέχεια πιέζουν τον Σιμονίνι να τοποθετήσει μια βόμβα στη νέα σήραγγα του Μετρό των Παρισίων, η ευθύνη για την οποία θα αποδιδόταν «στους Εβραίους» και θα επαλήθευε τους ισχυρισμούς των Πρωτοκόλλων. Ο Σιμονίνι προμηθεύεται από έναν παλαιό Ιταλό εκπατρισμένο επαναστάτη που ζούσε στο Παρίσι μια ισχυρή ωρολογιακή βόμβα και οδηγίες για τη χρήση της. Σε αυτό το σημείο το ημερολόγιό του διακόπτεται απότομα. Φαίνεται ότι ο Σιμονίνι ανατίναξε κατά λάθος τον εαυτό του, μολονότι ο παντογνώστης αφηγητής που εμφανίζεται σε άλλα μέρη του βιβλίου παραμένει σιωπηλός επί του θέματος αυτού.

Ιστορικό υπόβαθροΕπεξεργασία

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αυτού δεν είναι φανταστικά. Εκτός από τον βασικό χαρακτήρα, όλα τους έζησαν στην πραγματικότητα, ακόμα και ο παππούς του[3], που ήταν ο συγγραφέας του μυστηριώδους μηνύματος προς τον Αββά Μπαρυέλ, το οποίο ανέθρεψε όλο τον νεότερο αντισημιτισμό». Ο Έκο συνεχίζει:

«Ο δέκατος ένατος αιώνας ήταν γεμάτος με τερατώδη και μυστηριώδη γεγονότα: ο αινιγματικός θάνατος του Ιππολύτου Νιέβο, η πλαστογραφία των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών που ενέπνευσε την εξολόθρευση των Εβραίων από τον Χίτλερ, η υπόθεση Ντρέιφους και ατελείωτες δολοπλοκίες υφασμένες από τις μυστικές υπηρεσίες διάφορων κρατών, σχέδια των Μασόνων και των Ιησουιτών, και άλλα γεγονότα των οποίων η αλήθεια δεν μπορεί να πιστοποιηθεί, αλλά που χρησιμεύουν ακόμα ως τροφή για στήλες εφημερίδων 150 χρόνια αργότερα.»[4]

Ο Έκο διαχέει στο βιβλίο υλικό από άλλα έργα, καθώς εξερευνά τα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα που τροφοδότησαν τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και του δίνει τη δομή τους.[5] Το πνέυμα του μυθιστορήματος είναι αυτό των έργων του Αλεξάνδρου Δουμά, ειδικότερα μια διακειμενικότητα με το μυθιστόρημά του Ζοζέφ Μπαλσαμό (1846).

Σε αρκετά χωρία του κοιμητηρίου της Πράγας διάφοροι αντισημίτες του 19ου αιώνα χρησιμοποιούν τον όρο «Τελική λύση» αναφερόμενοι στην ολοκληρωτική εξολόθρευση όλων των Εβραίων, καθώς και τη φράση «Arbeit Macht Frei», που υπάρχει πάνω από την πύλη του στρατοπέδου του Άουσβιτς. Μετά την ολοκλήρωση των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών, ο Σιμονίνι μιλάει με βεβαιότητα για το γεγονός ότι αυτό το βιβλίο θα οδηγούσε τελικώς στην εξολόθρευση των Εβραίων, παρά το ότι αυτό θα συνέβαινε μετά τον θάνατό του και δεν θα χρειαζόταν να το κάνει ο ίδιος. Τέτοιες καθαρές αναφορές στο Ολοκαύτωμα αποτελούν προφανείς αναχρονισμούς, τους οποίους σκοπίμως έχει εισαγάγει ο Έκο.


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Independent Foreign Fiction Prize 2012». Booktrust. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Απριλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2013. 
  2. Συνένευξη με τον Paul Holdengräber, Δημοτική Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, 8 Νοεμβρίου 2011
  3. Βλ. Reinhard Markner: «Giovanni Battista Simonini: Shards from the Disputed Life of an Italian Anti-Semite», στο έργο των Nicoletta Marcialis και Giorgio Ziffer Kesarevo Kesarju, Scritti in onore di Cesare G. De Michelis, επιμ. Marina Ciccarini, Φλωρεντία 2014, σσ. 311-319 [1] Αρχειοθετήθηκε 2016-03-09 στο Wayback Machine.
  4. «The Cemetery of Prague – Plot». Bompiani. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Οκτωβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 2010. 
  5. «Umberto Eco: People are tired of simple things. They want to be challenged», Stephen Moss, The Guardian, 27 Νοεμβρίου 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία