Υπόθεση του περιδέραιου

Απάτη του 1785 στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΣΤ'

Η υπόθεση του περιδέραιου της βασίλισσας (γαλλικά: Affaire du collier de la reine) ήταν ένα περιστατικό εξαπάτησης που διαδραματίσθηκε από το 1784 έως το 1785 στην αυλή του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ' της Γαλλίας, στο οποίο ενεπλάκη το όνομα της βασίλισσας Μαρίας Αντουανέτας. Η φήμη της, ήδη αμαυρωμένη από κακόβουλες διαδόσεις, καταστράφηκε από τον υπαινιγμό ότι είχε συμμετάσχει σε ένα έγκλημα για να αποκτήσει ένα πολύ ακριβό αδαμάντινο περιδέραιο, παρόλο που η ίδια η βασίλισσα ουσιαστικά ήταν αμέτοχη.

Το περιδέραιο της βασίλισσας, ανακατασκευή, κάστρο του Μπρετέιγ, Υβελίν

Το γεγονός είναι ιστορικά σημαντικό ως ένα από τα γεγονότα που συνέβαλαν στη μείωση του κύρους του στέμματος και οδήγησαν στην απογοήτευση του γαλλικού λαού από τη μοναρχία, μια από τις αιτίες που τελικά πυροδότησαν τη Γαλλική Επανάσταση.

ΙστορικόΕπεξεργασία

Το 1772, ο Λουδοβίκος ΙΕ' της Γαλλίας αποφάσισε να κάνει στην ευνοούμενή του Μαντάμ ντυ Μπαρί ένα ιδιαίτερο δώρο με εκτιμώμενο σημερινό κόστος περίπου 15,1 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (το 2020). Ζήτησε από τους παρισινούς κοσμηματοπώλες Σαρλ Μπωμέρ και Πωλ Μπασάνζ να δημιουργήσουν ένα διαμαντένιο κολιέ που θα ξεπερνούσε τα άλλα σε μεγαλείο.[1]

Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και πολλά χρήματα για να συγκεντρωθεί ένα κατάλληλο σετ διαμαντιών. Εν τω μεταξύ, ο Λουδοβίκος ΙΕ' πέθανε και ο εγγονός και διάδοχός του Λουδοβίκος ΙΣΤ' απέκλεισε την ντυ Μπαρύ από την αυλή.[2]

Οι κοσμηματοπώλες, κινδυνεύοντας να χρεοκοπήσουν αν δεν εύρισκαν αγοραστή, μετά από πολλές ανεπιτυχείς προσπάθειες πώλησης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μόνο ο βασιλιάς της Γαλλίας θα μπορούσε να πληρώσει το ποσό που ζητούσαν και ήλπιζαν ότι το περιδέραιο θα το αγόραζε για τη βασίλισσα της Γαλλίας, τη Μαρία Αντουανέτα. Το 1778, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ', το προσέφερε στη γυναίκα του ως δώρο, αλλά αυτή το απέρριψε δηλώνοντας, «Έχουμε περισσότερη ανάγκη από πλοία παρά για περιδέραια.» [3]Υπάρχει επίσης η άποψη ότι η Μαρία Αντουανέτα αρνήθηκε το κολιέ, επειδή δημιουργήθηκε για τη ντυ Μπαρύ, την οποία αντιπαθούσε. Σύμφωνα με άλλους, ο ίδιος ο βασιλιάς δεν το αγόρασε, θεωρώντας το πανάκριβο, καθώς τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια.

Αφού προσπάθησαν μάταια να πουλήσουν το κολιέ έξω από τη Γαλλία, οι κοσμηματοπώλες προσπάθησαν ξανά να το πουλήσουν στη Μαρία Αντουανέτα μετά τη γέννηση του Λουδοβίκου Ιωσήφ δελφίνου της Γαλλίας, το 1781. Η βασίλισσα αρνήθηκε ξανά. [4]

Τα γεγονόταΕπεξεργασία

Η πρωταγωνίστρια αυτής της υπόθεσης ήταν η Ζαν ντε Βαλουά-Σαιν-Ρεμύ, μακρινή απόγονος ενός νόθου γιου του  βασιλιά της Γαλλίας Ερίκου Β'. Πέρασε άθλια παιδική ηλικία, παντρεύτηκε έναν αξιωματικό της χωροφυλακής, τον Νικολά ντε λα Μοτ, αυτοαποκαλούμενο «κόμη ντε λα Μοτ», και ζούσε με μια μικρή σύνταξη που της χορήγησε, ως απόγονο των Βαλουά, ο βασιλιάς.

Ο σύζυγός της αποδείχθηκε σύντομα ανίκανος να καλύψει τις ανάγκες του ζευγαριού και η ίδια είχε την ιδέα να βασιστεί στην καταγωγή της για να αποκτήσει οικονομικά οφέλη. Άρχισε να συχνάζει στο παλάτι των Βερσαλλιών όπου ο καθένας, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν πολυτελώς ντυμένος, μπορούσε να μπει, προσπάθησε πολλές φορές να παρουσιασθεί στη βασίλισσα Μαρία-Αντουανέτα, η οποία όμως, γνωρίζοντας την αμφισβητήσιμη φήμη της, δεν την δέχθηκε ποτέ.

Ο γάμος της ήταν αποτυχημένος, αλλά το ζευγάρι συνέχισε να ζει μαζί. Η ντε λα Μοτ απέκτησε εραστή τον Λουί Μαρκ Αντουάν Ρετώ ντε Βιλέτ, ένα ανυπόληπτο άτομο, ζιγκολό της εποχής. Γύρω στο 1783, η προστάτρια της ντε λα Μοτ, η μαρκησία ντε Μπουλαινβιλλιέ, την έφερε σε επαφή με τον επίσκοπο του Στρασβούργου, τον Καρδινάλιο ντε Ροάν, του οποίου έγινε ερωμένη. Η ντε λα Μοτ άρχισε να διαδίδει τη φήμη ότι είχε την εύνοια της βασίλισσας και πέτυχε να πείσει τον καρδινάλιο, που, όντας σε δυσμένεια, από καιρό μάταια επιζητούσε την εύνοια της Μαρίας-Αντουανέτας με σκοπό να γίνει ένας από τους υπουργούς του βασιλιά αλλά η βασίλισσα τον απέφευγε, ότι θα μεσολαβούσε ώστε αυτός να κερδίσει τη φιλία και υποστήριξη της βασίλισσας.[5]

Η ντε λα Μοτ, με τη βοήθεια του συζύγου της και του εραστή της, εκμεταλλεύτηκε αυτήν την ευκαιρία για να κερδίσει χρήματα. Διοργανώθηκε τότε και ένα σκηνοθετημένο νυχτερινό ραντεβού τον Αύγουστο του 1784 στους κήπους του παλατιού των Βερσαλλιών, όπου η ντε λα Μοτ παρουσίασε τον καρδινάλιο σε μία γυναίκα που ο ίδιος πίστευε ότι ήταν η βασίλισσα αλλά στην πραγματικότητα ήταν μία πόρνη με το όνομα Νικόλ Λεγκαί, την οποία είχε προσλάβει η ντε λα Μοτ λόγω της ομοιότητάς της με τη βασίλισσα, και εκεί ο καρδινάλιος βεβαιώθηκε για τα φιλικά αισθήματα της «βασίλισσας» προς το πρόσωπό του.

Τότε άρχισε μια μακρά αλληλογραφία ανάμεσα στον καρδινάλιο και τη «βασίλισσα». Ο εραστής της ντε λα Μοτ έγραφε τις πλαστές επιστολές που έφεραν δήθεν υπογραφή της βασίλισσας, όπου αυτή ισχυριζόταν ότι ήθελε το περιδέραιο, αλλά ήξερε ότι ο βασιλιάς θεωρούσε την αγορά παράλογη. Ζήτησε λοιπόν από τον καρδινάλιο να μεσολαβήσει ως μεσάζοντας και η βασίλισσα θα κατέβαλε το ποσό σε δόσεις. Ο αφελής καρδινάλιος παρέλαβε τότε το περιδέραιο από τον κοσμηματοπώλη και το έδωσε στην Ζαν ντε λα Μοτ για να το παραδώσει στη βασίλισσα.[6]

Εν τω μεταξύ, η ντε λα Μοτ εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη του καρδινάλιου δανείζονταν από αυτόν μεγάλα χρηματικά ποσά, λέγοντάς του ότι ήταν για το φιλανθρωπικό έργο της βασίλισσας. Με αυτά τα χρήματα, αυτή προσπάθησε να μπει στη μεγάλη κοινωνία. Επειδή καυχιόταν ανοιχτά για την υποτιθέμενη σχέση της με τη βασίλισσα, πολλοί υπέθεσαν ότι η σχέση τους ήταν πραγματική.

Με το κολιέ στην κατοχή του, ο κόμης ντε λα Μοτ έσπευσε να πουλήσει τα διαμάντια στο Παρίσι και έπειτα στο Λονδίνο.

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε και το σκάνδαλο ξέσπασε τον Αύγουστο 1785, όταν ο κοσμηματοπώλης απευθύνθηκε στη Μαρία Αντουανέτα επειδή είχε λήξει η προθεσμία της πρώτης δόσης και δεν είχε λάβει τα χρήματα. Συνελήφθησαν όλοι οι εμπλεκόμενοι: Ο καρδινάλιος ντε Ροάν, η Ζαν ντε λα Μοτ, ο εραστής της, η Νικόλ, η γυναίκα που υποδύθηκε την βασίλισσα και ο Καλιόστρο, ένας αυτοαποκαλούμενος μάγος που βοήθησε τη ντε λα Μοτ να πείσει τον καρδινάλιο να αγοράσει το περιδέραιο. Ο κόμης ντε Λα Μοτ διέφυγε στο Λονδίνο.[7]

Η δίκηΕπεξεργασία

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήθελαν μια δημόσια δίκη. Όμως η τιμή της βασίλισσας δεν αποκαταστάθηκε, η δίκη αμαύρωσε περαιτέρω τη φήμη της και το κοινό την είδε στο ρόλο του ένοχου. Ο καρδινάλιος αθωώθηκε με 26 ψήφους έναντι 22, αν και ο βασιλιάς τον έστειλε σύντομα στην εξορία, αθωώθηκε επίσης και η Νικόλ Λεγκαί. Ο Ρετώ ντε Βιλέτ κρίθηκε ένοχος πλαστογραφίας και εξορίστηκε μαζί με τον Καλιόστρο. Η ντε λα Μοτ κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε μαστίγωση και στιγματισμό με πυρωμένο σίδερο με V, που σημαίνει Κλέφτρα, και ισόβια φυλάκιση στο σωφρονιστικό ίδρυμα Λα Σαλπετριέρ, ποινή που προκάλεσε τη συμπόνια του κοινού.

Η ντε λα Μοτ απέδρασε μυστηριωδώς τον Ιούνιο του 1787 και διέφυγε στο Λονδίνο, όπου δημοσίευσε τα απομνημονεύματά της, αφηγούμενη την ψεύτικη οικεία σχέση της με τη βασίλισσα. Πέθανε στο Λονδίνο το 1791. Μερικοί ιστορικοί ισχυρίζονται ότι επέζησε μέχρι το 1844 αφού πήδησε από το παράθυρο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της. Υπάρχει η άποψη ότι δολοφονήθηκε από βασιλικούς αλλά το πιθανότερο είναι ότι σκοτώθηκε προσπαθώντας να ξεφύγει από τους πιστωτές της.[4]

ΑντίκτυποςΕπεξεργασία

Η υπόθεση του περιδέραιου της βασίλισσας ήταν ένα από τα πολλά σκάνδαλα που εξασθένισαν σοβαρά τη γαλλική μοναρχία.[8]

Η υπόθεση ενέπνευσε πολλά λογοτεχνικά έργα, όπως το Το περιδέραιο της βασίλισσας (1849) του Αλεξάνδρου Δουμά.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία