Ψευδοσουάνοι (γαλλ. faux chouans) ή αντισουάνοι (contre-chouans) ήταν ψευδώνυμο που είχε δοθεί σε ληστές, αβράκωτους ή δημοκρατικούς που μεταμφιέζονταν σε Σουάνους, στη διάρκεια της Εξέγερσης των Σουάνων, κατά την Γαλλική Επανάσταση.

Ρόλος των ψευδοσουάνωνΕπεξεργασία

Οι ψευδοσουάνοι χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στη διάρκεια της Τρομοκρατίας, όμως ήταν κυρίως υπό το Διευθυντήριο που χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά. Επρόκειτο για κατάδικους και ληστές οι οποίοι προσλαμβάνονταν από τις δημοκρατικές Αρχές, ήταν ντυμένοι και εξοπλισμένοι με τρόπο παρόμοιο αυτού των εξεγερμένων. Ώστε να απαξιωθεί το κίνημα των Σουάνων, αφήνονταν στη συνέχεια ελεύθεροι με αποστολή να λεηλατήσουν στις εξοχές, όπου συμπεριφέρονταν ως πραγματικοί ληστές[1].

Ο Σουάνος συνταγματάρχης Τουσαίν Ντυ Μπρέιγ ντε Πονμπριάν έγραψε στα Απομνημονεύματά του:

Στις χώρες της Φουζέρ και του Βιτρέ, καθώς και σε άλλα τμήματα των εξεγερμένων χωρών, οι Δημοκρατικοί οργάνωσαν ομάδες που έφεραν την λευκή κονκάρδα και ένδυση παρεμφερή αυτής των Βασιλοφρόνων. Έστελναν αυτές τις ομάδες στις εξοχές, συχνά κατά τη διάρκεια της νύχτας, όπου προέβαιναν σε λεηλασίες και παντός άλλου τύπου ανομίες. Οι ληστείες, οι δολοφονίες που πραγματοποιούσαν, ακόμα και όταν επρόκειτο για γνωστούς Δημοκρατικούς, παρέμεναν σχεδόν πάντοτε ατιμώρητες. Οφείλεται να αποδοθεί δικαιοσύνη, πάντως, με την αναφορά στρατηγών και διοικητών της Δημοκρατίας που δεν ανακατεύτηκαν με αυτά τα εγκλήματα. Αριθμός εξ αυτών, μάλιστα, έκανε γνωστή δημοσίως την αγανάκτησή τους αναφορικά με αυτές τις πρακτικές και τιμώρησαν τους υπαίτιους[2].

Στις 15 Νοεμβρίου 1794, ο Δημοκρατικός στρατηγός Ζαν Αντουάν Ροσινιόλ έγραφε:

Συνάντησα ορισμένες συμμορίες των φίλων μας οι οποίες κάνουν πολύ καλά την δουλειά τους. Σκοτώνουν όλους αυτούς τους αχρείους Πατριώτες που η γκιλοτίνα δεν απέβαλε από το εσωτερικό της Δημοκρατίας. Όμως καλό είναι να υπάρξει και μια δεύτερη εκτίμηση της κατάστασης. Αυτοί οι λυσσασμένοι αποκαλύφτηκαν από τους πραγματικούς Ληστές, και αναφέρουν ότι πλέον κυριαρχεί η αβεβαιότητα για την τύχη τους. Οι Σουάνοι τους επιτίθενται... Θεωρώ πως θα έπρεπε να τους χρησιμοποιήσουμε αλλού. Κατάφεραν να κάνουν το τοπικό πληθυσμό να απεχθάνεται τους Ληστές. Δεν ζητούσαμε κάτι παραπάνω. Πλέον, υπάρχει οργή και αγανάκτηση παντού γι'αυτά τα τέρατα. Οι Πατριώτες ενθουσιάζονται με τις διηγήσεις των θηριωδιών που διαπράττουν και όταν η είδηση της διάπραξης αριθμού εγκλημάτων φτάνει σ'εμάς, αποστέλλω άμεσα την εθνοφρουρά η οποία δεν χαρίζεται σε κανέναν και τίποτα[3]

Το 1798, ο Ζαν-Μαρί Σοτέν ντε Λα Κουαντιέρ, υπουργός της αστυνομίας επανεκκίνησε την χρησιμοποίηση των Ψευδοσουάνων. Στις 13 Μαρτίου 1798, έγραφε σε μυστική επιστολή:

Πρέπει η Εξέγερση των Σουάνων να αμαυρωθεί στις ώρες δόξας της, οι υπουργοί εσωτερικών και πολέμου σας δίνουν οδηγίες προς αυτή την κατεύθυνση, εγώ σας αποστέλνω μερικές εκατοντάδες άνδρες που μπορείτε να τους χρησιμοποιήσετε παντού. Σας στέλνω Ιακωβίνους οι οποίοι, προκαλώντας ζημιά στο Παρίσι όσον αφορά την ανάπτυξη των συνταγματικών θεσμών, θα προσφέρουν στη Βρετάνη τεράστιες υπηρεσίες. Αυτό που απεχθάνονται περισσότερο στον κόσμο, είναι οι Σουάνοι. Αφήστε τους να δράσουν, και θα φτάσουν πιο μακριά απ'όλους τους εξεγερμένους. Δώστε τους δουλειά, να τιμωρήσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους που κατακλέβουν με τέτοιο θράσος τα ταμεία του Κράτους. Κι ας είναι βάρβαροι φωνάζοντας: « Ζήτω ο βασιλιάς ! » και προσευχόμενοι στον Κύριο. Να ξεκινήσουν κλητεύσεις για ανακρίσεις και δίκες από τους συναδέλφους των νομαρχιακών διοικήσεων. Να αποσταλούν όλα αυτά σε μένα με τρομακτικές λεπτομέρειες και δακρύβρεχτες καταστάσεις και τα υπόλοιπα με αφορούν[4]

Αντίδραση του στρατούΕπεξεργασία

Σύντομα, αποτέλεσαν τον στόχο επιθέσεων των Σουάνων. Η χρήση τους υπήρξε επίσης ιδιαιτέρως αντιδημοφιλής εντός του Δημοκρατικού Στρατού, και αρκετοί ήταν οι αξιωματικοί που δυσφορούσαν για αυτές τις πρακτικές.

Στις 30 Νοεμβρίου 1794, ο Δημοκρατικός στρατηγός Αλεξί Αντουάν Σαρλερί έγραφε σε επιστολή :

Δεν ξέρω για ποιο λόγο, όμως οι Σουάνοι διαμαρτύρονται για την παρουσία ψευδών αδελφών τους εντός των τάξεών τους. Ο Μπουαζαρντί, ο τρομερός αρχηγός που έχουν, μου έγραψε τα ακόλουθα. Μου γνωστοποιεί ότι θα δείξει λιγότερο έλεος γι'αυτούς απ'όσο θα έδειχνε για τους Δημοκρατικούς. Δεν καταλαβαίνω τίποτα σε αυτή την ιστορία[3].

Ο Δημοκρατικός στρατηγός Ζαν Ερνέστ Κριγκ, διορισμένος στο Ρεντόν, έγραφε στον εκπρόσωπο Μπολέ:

Μην παραξενεύεσε από όλα αυτά τα εγκλήματα που μας έχουν κατακλύσει. Οι Πατριώτες της περιοχής κάνουν πολύ φασαρία για το τίποτα. Φοβούνται τόσο πολύ που θα χρειαζόταν από μια φρουρά για την φύλαξη κάθε οικίας. Το θέμα είναι πως, εκτός από την περίπτωση του πολέμου μετά την ειρήνη που κάποιοι επέμειναν να κάνουν απέναντι στην θέλησή μου, και ο οποίος δεν απασχολεί περισσότερο τους επαναστάτες του Μορμπιχάν περισσότερο απ'όσο απασχολεί εμένα, όσα εγκλήματα καταλογίζονται στην πλευρά τους δεν ισχύουν: πρόκειται για καλούς στρατιώτες και καλόκαρδους άνδρες, ίσως λίγο υπερβολικά φανατισμένους, όμως ο καθένας είναι λίγο τέτοιος σε αυτό τον μάταιο κόσμο. Αυτοί έχουν αυτόν της θρησκείας, εμείς αυτόν της Ελευθερίας. Αυτό που ρημάζει τις περιοχές αυτές, είναι όλοι αυτοί οι εγκληματίες που τις περιδιαβαίνουν και οι οποίοι αποτελούν κακέκτυπα των Σουάνων. Ο Ος, προς τιμήν του, ίσως μας βοηθήσει να τους ξεφορτωθούμε. Είναι όμως καιρός να πάψουν αυτές οι λεηλασίες, για τις οποίες οι επαναστάτες δεν είναι πιο χαζοί από τις διοικητικές αρχές όσον αφορά την προέλευσή τους. Ονομάζονται ψευδοσουάνοι. Στην γλώσσα και την εμφάνιση, είναι τόσο αναγνωρίσιμοι που είναι απίθανο να μπερδευτείς. Ενημέρωσε λοιπόν τους Ος και Σερέν να σφάξουν όλα αυτά τα απόβλητα[5].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Albert Soboul, Dictionnaire historique de la Révolution française, Quadrige/PUF, 1989
  2. Toussaint Du Breil de Pontbriand, Mémoires du colonel de Pontbriand, édition Plon, Paris, 1897 (réimpr. Y. Salmon, 1988)
  3. 3,0 3,1 Marie-Paul Du Breil de Pontbriand, Un chouan, le général du Boisguy, édition Honoré Champion, Paris, 1904 (réimpr. La Découvrance, 1994)
  4. Christian Le Boutellier, La Révolution dans le Pays de Fougères, Société archéologique et historique de l'arrondissement de Fougères, 1989, p.601
  5. Roger Dupuy, Les Chouans, Coll. « La Vie Quotidienne », Hachette Littérature, Paris 1997, p.133-134.