Ή Άλωση του Νικλίου [1] κατά άλλους : Κατασκαφή του Νικλίου[2] , ήταν ένα πολεμικό γεγονός που έγινε το 1294 ανάμεσα στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας και την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το αποτέλεσμα ήταν η ανακατάληψη του Νικλίου από τους Βυζαντινούς, η ολοκληρωτική καταστροφή κι η εξαφάνιση της μεσαιωνικής πόλης.

Άλωση του Νικλίου
Βυζαντινο-Λατινικοί Πόλεμοι
Χρονολογία1294
ΤόποςΝικλί, Αρκαδίας
ΈκβασηΝίκη των Βυζαντινών
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Φρούραρχος Νικλίου, άγνωστος
Βυζαντινός στρατηγός, άγνωστος
Δυνάμεις
άγνωστο
500 ιππείς , 1000 πεζοί
Απώλειες
άγνωστες
άγνωστες

Την εποχή εκείνη η μεσαιωνική πόλη του Νικλίου ήταν η έδρα της βαρωνίας του Νικλίου κι αποτελούσε το σύνορο ανάμεσα στο Πριγκιπάτο και την βυζαντινή επαρχία του Μωριά, με έδρα τον Μυστρά. Πρίγκιπας της Αχαΐας ήταν ο Φλωρέντιος του Αινώ που είχε συνάψει συμφωνία με τον Βυζαντινό κυβερνήτη του Μυστρά για ελεύθερη αγοραπωλησία μεταξύ των υπηκόων τους, με αυτή την συμφωνία είχαν αγοράσει οι Βυζαντινοί από τους Φράγκους πάνω από 500 άλογα και πολλά καλά όπλα.

Κάθε χρόνο οι Φράγκοι είχαν έθιμο να μαζεύονται σε κοντινή στο Νικλί τοποθεσία για αναψυχή και πανηγύρι. Ο Βυζαντινός στρατηγός μάζεψε άντρες καλά οπλισμένους και τους έστειλε κοντά στους Φράγκους σε εκκλησία που βρισκόταν στα σύνορα αλλά από την πλευρά των Βυζαντινών όπου έκαναν και αυτοί πανηγύρι, εκεί οι Φράγκοι εξετράπησαν και βιαιοπράγησαν κατά των Βυζαντινών, αυτό ήταν και η αφορμή πολέμου που έψαχνε και είχε σχεδιάση ο στρατηγός. Ο Βυζαντινός στρατηγός ζήτησε τότε από τον Φράγκο φρούραρχο του Νικλίου τιμωρία των Φράγκων που βιαιοπράγησαν, ο φρούραρχος απάντησε ότι θα τους τιμωρήσει στις επόμενες ημέρες όπου θα γινόταν πάλι πανηγύρι στο Νικλί σε άλλη τοποθεσία.

Όταν έφτασε η ημέρα αυτή ο Βυζαντινός στρατηγός έστησε ενέδρα στους Φράγκους, έκρυψε 500 ιππείς και 1000 πεζούς δίπλα στην εκκλησία που θα γινόταν η πανήγυρις. Φτάνοντας οι Φράγκοι λαός και στρατιωτικοί αλλά και βυζαντινοί από τα γύρω χωριά είπιαν έφαγαν κι άρχισαν να φιλονικούν μεταξύ τους. Ο φρούραρχος του Νικλίου κατηγόρησε τον Βυζαντινός στρατηγός σαν υπαίτιο των νέων φιλονικιών μάζεψε στρατό και πήγε στο τόπο προς βοήθεια των Φράγκων.

Μόλις έφτασαν οι Φράγκοι δέχτηκαν επίθεση από τον κρυμμένο βυζαντινό στρατό, βλέποντας μάλιστα ότι δεν είχαν τύχη απέναντι στους βυζαντινούς υποχώρησαν στο Κάστρο του Νικλίου. Οι Βυζαντινοί καταδίωξαν "κατά πόδας" τους υποχωρούντες Φράγκους που δεν πρόλαβαν να κλείσουν ούτε τις πύλες του κάστρου κι εισέβαλαν σε αυτό οι Βυζαντινοί.

Οι Βυζαντινοί κατέλαβαν την μεσαιωνική πόλη και το κάστρο της και απέκρουσαν προσπάθεια των Φράγκων για ανακατάληψη της. Ο Βυζαντινός στρατηγός βλέποντας ότι ήταν δύσκολο να υπερασπίζεται συνεχώς την πόλη που βρισκόταν σε πεδινή θέση και χρειαζόταν πολύ στρατό γι' αυτό έδωσε εντολή να "κατακριμνήσουν" και να "κατασκάψουν" όλη την πόλη, όπως κι έγινε. Κοντά στα ερείπια του Νικλίου ο Βυζαντινός στρατηγός κατασκεύασε δύο φρούρια για τον έλεγχο της περιοχής, το Κάστρο Τσηπιανά και το Κάστρο Μουχλί όπου άφησε φρουρά κι επέστρεψε με τον υπόλοιπο στρατό στα σύνορα.

ΠηγέςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία