Αθαλία (Ρακίνας)

τραγωδία του Ρακίνα

Αθαλία (γαλλικός τίτλος: Athalie) είναι έμμετρη πεντάπρακτη τραγωδία του Ρακίνα που παρουσιάσθηκε και δημοσιεύθηκε το 1691, είναι το τελευταίο έργο του συγγραφέα. Το έργο έχει βιβλικό θέμα, εμπνευσμένο από τη βασίλισσα Αθαλία. Η ιστορία αναφέρεται στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, Δ΄ Βασιλειών.[2]

Αθαλία
Julie Philipault - Racine Reading Athalie Before Louis XIV and Madame de Maintenon m503604 96de5598 p.jpg
Ο Ρακίνας διαβάζει το έργο στον Λουδοβίκο ΙΔ' και την κυρία ντε Μαιντενόν (πίνακας του 1819)
ΣυγγραφέαςΡακίνας
ΤίτλοςAthalie
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημιουργίας1690[1]
Ημερομηνία δημοσίευσης1691
Πολιτιστικό κίνημαΚλασικισμός
Είδοςτραγωδία
Χαρακτήρεςd:Q24734212, d:Q24734167, d:Q24734166, d:Q24734162, d:Q24734161, d:Q24734160, d:Q24734157, d:Q24734155, d:Q24734153, d:Q24734151, Αθαλία και d:Q24734144

Το έργο είναι μια παραβολή γιανσενιστικής έμπνευσης, ένας προβληματισμός για την εξουσία και τη νομιμότητά της. Είναι η βίαιη τραγωδία μιας θρησκευτικής συνωμοσίας για την αντικατάσταση της αιματοβαμμένης και ασεβούς βασίλισσας Αθαλίας με τον νόμιμο βασιλιά και την αποκατάσταση της λατρείας του αληθινού Θεού. Όλοι οι χαρακτήρες της τραγωδίας αποκτούν ηθικές διαστάσεις, δεν υπάρχει ερωτικό πάθος και η προσωπική κρίση δίνει τη θέση της στην πολιτική κρίση. Στο τέλος κάθε πράξης ακολουθούν χορωδιακά τμήματα που προσδίδουν στο έργο πνευματική και ποιητική διάσταση.[3]

Η τραγωδία ενέπνευσε τον Γκέοργκ Φρίντριχ Χαίντελ να γράψει το ορατόριο Αθαλία.

Η συγγραφήΕπεξεργασία

Το έργο αντιστοιχεί στην τελευταία περίοδο του Ρακίνα. Ο συγγραφέας είχε εγκαταλείψει το θέατρο μετά τον διορισμό του ως ιστοριογράφου του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ' και επέστρεψε μετά από παρότρυνση της Μαντάμ ντε Μαιντενόν, η οποία τον έπεισε να γράψει ένα βιβλικό έργο για τις μαθήτριες του εκπαιδευτικού ιδρύματος που είχε ιδρύσει στο Σαιν-Σιρ. Έτσι, το 1689 έγραψε την Εσθήρ. Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία και δύο χρόνια αργότερα έγραψε την Αθαλία, που ήταν το τελευταίο έργο του. [4]

ΥπόθεσηΕπεξεργασία

Το έργο διαδραματίζεται στο Βασίλειο του Ιούδα από το 842 π.Χ. έως το 835 π.Χ.

 
Η Αθαλία ανακρίνει τον Ιωά, Σαρλ Αντουάν Κουαπέλ(1741)

Πρώτη πράξη. Μετά τη δολοφονία του βασιλιά Οχοζία από τον Ιηού, η μητέρα του βασιλιά Αθαλία, που είχε εγκαταλείψει την εβραϊκή θρησκεία και είχε προσχωρήσει στη θρησκεία του Βάαλ, σφετερίστηκε την εξουσία και υποστήριζε τη νέα λατρεία στον θεό Βάαλ. Δολοφόνησε αμέσως όλους τους απογόνους του γιου της συμμετέχοντας προσωπικά στην αποτρόπαια σφαγή. Όταν η Αθαλία μαχαίρωσε και το μικρότερο από τα εγγόνια της - δηλαδή το μωρό Ιωά που βρισκόταν στην αγκαλιά της παραμάνας του- δεν κατάφερε να το σκοτώσει. Ο Ιωά επέζησε τραυματισμένος και σώθηκε από τη θεία του Ιωσαβεέ, που τον έκρυψε στο Ναό του Σολομώντα, τον προστάτευσε και τον μεγάλωσε με το όνομα Ελιακίμ. Έξω από τον περίβολο του ναού, κανείς δεν γνωρίζει τον επιζώντα γιο του Οχοζία. Η Ιωσαβεέ και ο σύζυγός της αρχιερέας Ιωδαέ, με κίνδυνο της ζωής τους, το κράτησαν μυστικό από φόβο ότι αν το μάθαινε η Αθαλία θα σκότωνε αμέσως τον τελευταίο επιζήσαντα εγγονό της και θα κατέστρεφε τον ναό. Το παιδί είναι ο νόμιμος βασιλιάς του Ιούδα, ο διάδοχος του Δαβίδ, προορισμένος να απαλλάξει τον λαό του από την ειδωλολατρία.[5]Δεύτερη πράξη. Επτά χρόνια μετά τη σφαγή, η βασίλισσα Αθαλία βλέπει επανειλημμένα ένα όνειρο: ένας από τους εγγονούς της επέζησε της σφαγής και προστατεύεται από τον αρχιερέα Ιωδαέ στον ναό. Η βασίλισσα πηγαίνει στον εβραϊκό ναό και αναγνωρίζει τον Ελιακίμ ως το πρόσωπο που βλέπει στο όνειρο, που τη μαχαιρώνει με ένα σπαθί. Όταν ρωτάει για την καταγωγή του, το παιδί απαντά ότι ανατράφηκε από λύκους. Η απλότητα των απαντήσεων του μικρού αγοριού αφοπλίζει τα σχέδια της Αθαλίας που προσκαλεί τον Ελιακίμ στο παλάτι: «[...] κοντά στον θρόνο μου θα ανατραφείς σαν δικός μου γιός». Ο Ιωάς, που ανατράφηκε στην εβραϊκή θρησκεία από τον αρχιερέα, την απορρίπτει.

 
Η Αθαλία, φωτογραφία από θεατρική παράσταση του 1850

Τρίτη πράξη. Καθώς ο Ελιακίμ δεν εμφανίστηκε στο παλάτι, η Αθαλία στέλνει τον έμπιστό της Μαθάν, ιερέα του Βάαλ, να φέρει το αγόρι - η βασίλισσα μάντεψε σωστά, είναι ο Ιωάς. Ο αρχιερέας Ιωδαέ αρνείται να το στείλει. Η Ιωσαβεέ θέλει να κρύψει το επτάχρονο πλέον αγόρι για δεύτερη φορά - αυτή τη φορά βαθιά στην έρημο που ξέρει τόσο καλά, ο Ιωδαέ δεν συμφωνεί.[6]

Τέταρτη πράξη. Μόλις ο αρχιερέας Ιωδαέ βεβαιώθηκε για την υποστήριξη του Αβενήρ, ο οποίος διοικούσε τον στρατό της Αθαλίας, οπλίζει κρυφά τους Λευίτες και τους υποκινεί, στο όνομα του Θεού τους, να εξεγερθούν εναντίον της βασίλισσας και να αποκαταστήσουν με τη βία τα νόμιμα δικαιώματα του νόμιμου διάδοχου του Οχοζία ανατρέποντάς την. Αποκαλύπτει στον Ιωά ότι είναι απόγονος και διάδοχος των βασιλιάδων του Ιούδα και το θεϊκό σχέδιο για το οποίο προορίζεται, να επαναφέρει τη χώρα στην αληθινή θρησκεία. Οι ιερείς σφραγίζουν τον Ναό και ο Ιωδαέ ανακηρύσσει τον Ιωά ως νέο βασιλιά μπροστά στον λαό.

Πέμπτη πράξη. Όταν η Αθαλία επιτίθεται - έχει περικυκλώσει το Όρος του Ναού με τον μισθοφορικό στρατό της - παρασύρεται σε μια παγίδα από τον «αντάρτη» αρχιερέα Ιωδαέ. Με συνοδεία, μπαίνει στον ναό και βλέπει τον εστεμμένο Ιωά στον θρόνο. Οι μισθοφόροι έχουν ήδη τραπεί σε φυγή όταν η Αθαλία βλέπει το σημάδι στο στήθος του νεαρού βασιλιά, στο σημείο όπου τον χτύπησε το σπαθί της. Ο Ιωδαέ την αφήνει να φύγει και βρίσκει τον θάνατο έξω, από τους Λευίτες, χωρίς κανείς να την υπερασπιστεί.. Ένας από αυτούς αναφέρει στον Ιωδαέ: «Το σπαθί έκανε το καθήκον του».[7]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία