Άνοιγμα κυρίου μενού

Η περιοχή Αλτίνταγ (τουρκικά: Altındağ), γνωστή στην ελληνική βιβλιογραφία ως Κουκλουτζάς, είναι μια πυκνοκατοικημένη ζώνη (semt) της συνοικίας Μπουρνόβα (τουρκικά: Bornova) της Σμύρνης, στην Τουρκία.

Πίνακας περιεχομένων

ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

Η τουρκική λέξη Altindag σημαίνει το χρυσό βουνό και πιστεύεται ότι το έδωσαν οι Τούρκοι κάτοικοι, όταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή θεωρήθηκε ότι οι ντόπιοι Έλληνες και οι στρατιώτες είχαν θάψει εκεί θησαυρούς κατά την αναχώρηση τους. Πριν το 1922, η περιοχή ήταν γνωστή με το όνομα Κουκλουτζάς που σημαίνει μυρωμένος, εύοσμος.

Ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Πριν την καταστροφή της Σμύρνης στην περιοχή ζούσαν πολλοί Έλληνες, οι οποίοι ήταν απόγονοι μεταναστών από τα Κύθηρα και την Πελοπόννησο που κατέφυγαν εκεί μετά τα Ορλωφικά[1]. Σύμφωνα με πληροφορίες, το 1813 λειτουργούσε στον Κουκλουτζά ένα μικρό ελληνικό τυπογραφείο[2]. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οι Έλληνες της συνοικίας κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα και κάποιοι εξ αυτών εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη όπου δημιούργησαν τη συνοικία Εύοσμος-Νέος Κουκλουτζάς.

Η περιοχή, κάποτε καλυμμένη με κήπους πλέον είναι δημοφιλής στους μετανάστες. Οι παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής μένουν στην πλαγιά του λόφου, ενώ οι Τούρκοι μετανάστες από τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία μένουν στην βόρεια περιοχή του.

ΠαραγωγήΕπεξεργασία

Το κύριο τερματικό στην γραμμή συγκοινωνίας της είναι αυτό του İzmir - IZOTAŞ και βρίσκεται στην γειτονιά Işıkkent σε απόσταση ενός λεπτού με τα πόδια. Η περιοχή είναι και έδρα παραγωγής τσιμέντου, παρά το ότι είναι πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης. Το βουνό το είχε κρατήσει για τσιμεντοπαραγωγή ο Αντνάν Μεντερές και το παραχώρησε στην εταιρεία Τσιμεντάς (Çimentaş).

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. H Σμύρνη και ο Κουκλουτζάς, ανακτήθηκε 20/09/2015.
  2. Παπαδοπούλου, Αρχοντία (2005). «Η εκπαιδευτική πορεία στον ευρύτερο μικρασιατικό χώρο». Πρακτικά 1ου Συμποσίου. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας. Από την Αρχαιότητα μέχρι τη Μεγάλη Έξοδο. 26-28 Νοεμβρίου, 2004. Νέα Ιωνία: ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ., σελ. 172.