Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας διαδραματίζουν σημαντικό και αυξανόμενο ρόλο στο ενεργειακό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2019 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσώπευαν το 18,9% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας, διπλάσιο ποσοστό από το 2004 που ήταν 8,5%.[1] Η στρατηγική «Ευρώπη 2020» περιλαμβάνει ως στόχο την επίτευξη του 20% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2020 και τουλάχιστον 32% έως το 2030.[1] Τα στοιχεία αυτά βασίζονται στη χρήση ενέργειας σε όλες τις μορφές της και στους τρεις βασικούς τομείς, στον τομέα θέρμανσης και ψύξης, στον τομέα ηλεκτρικής ενέργειας και στον τομέα των μεταφορών.

Ανεμόμυλοι και ηλιακοί συλλέκτες στο Κάστρο του Λίσμπεργκ στη Γερμανία
Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως προς τη συνολική κατανάλωση ενέργειας σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες. (2019)
   n.a.
   <5%
   5–10%
   10–20%
   20–30%
   30–40%
   40–50%
   50–60%
   >60%

Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έχει αυξηθεί σε όλα τα κράτη μέλη από το 2004. Το 2019, η Σουηδία με πάνω από το ήμισυ (56,4%) της ενέργειας της να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ως προς την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας θεωρείται το ηγετικό κράτος και ακολουθούν η Φινλανδία (43,1%), η Λετονία (41,0%), η Δανία (37,2%) και η Αυστρία (33,6%).[1] Το χαμηλότερο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το 2019 καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο (7,0%), στη Μάλτα (8,5%), στην Ολλανδία (8,8%), και στο Βέλγιο (9,9%).[1]

Η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που θεσπίστηκε το 2009 καθορίζει ένα πλαίσιο για τα μεμονωμένα κράτη μέλη να μοιράζονται τον συνολικό στόχο ανανεώσιμης ενέργειας του 20% σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2020.[2] Η προώθηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι σημαντική τόσο για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και για την επίτευξη των στόχων για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η οδηγία θέτει στόχους για κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης και τις δυνατότητες του.[2] Οι στόχοι για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως το 2020 μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών κυμαίνονται από 10% έως 49%.[2] Μέχρι το τέλος του 2019, 14 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν ήδη επιτύχει τους εθνικούς τους στόχους για το 2020, ένα χρόνο νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα.[1]

ΠολιτικήΕπεξεργασία

Μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως προς την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στις χώρες της ΕΕ-28 το 2019 (σε %).[1]

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ που υπεγράφη το 1992 έθεσε ως στόχο την προώθηση της σταθερής ανάπτυξης, προστατεύοντας παράλληλα το περιβάλλον. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997 προσέθεσε την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης στους στόχους της ΕΕ. Από το 1997, η ΕΕ εργάζεται για την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας του 12% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της έως το 2010.

Η Διάσκεψη Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ το 2002 απέτυχε να εισαγάγει ριζικές αλλαγές για τα επόμενα δέκα χρόνια μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Ρίο. Δεν τέθηκαν συγκεκριμένοι στόχοι για τον ενεργειακό τομέα, το οποίο απογοήτευσε πολλές χώρες. Ενώ η ΕΕ είχε προτείνει ετήσια αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με ρυθμό 1,5% παγκοσμίως μέχρι το 2010, το σχέδιο δράσης του Γιοχάνεσμπουργκ δεν πρότεινε μια τέτοια «ουσιαστική» αύξηση, με καθορισμένους στόχους ή ημερομηνίες. Η ΕΕ δεν ήταν πρόθυμη να αποδεχθεί αυτό το αποτέλεσμα και μαζί με άλλα έθνη συγκρότησε μια ομάδα «πρωτοπόρων χωρών» που υποσχέθηκε να δημιουργήσει φιλόδοξους εθνικούς ή ακόμη και περιφερειακούς στόχους για την επίτευξη παγκόσμιων στόχων. Ο Συνασπισμός Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας του Γιοχάνεσμπουργκ (JREC) έχει συνολικά περισσότερες από 80 χώρες μέλη, μεταξύ των οποίων είναι τα κράτη μέλη της ΕΕ, η Βραζιλία, η Νότια Αφρική και η Νέα Ζηλανδία.

Στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας στο Βερολίνο το 2004, η ΕΕ καθόρισε τους φιλόδοξους στόχους της. Το συμπέρασμα ήταν ότι έως το 2020, η ΕΕ θα επιδιώξει να πετύχει το 20% των συνολικών απαιτήσεων κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι εκείνο το σημείο, η ΕΕ είχε θέσει στόχους μόνο έως το 2010 και αυτή η πρόταση ήταν η πρώτη που αντιπροσωπεύει τη δέσμευση της ΕΕ έως το 2020.

Οδηγίες και στόχοι για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειαςΕπεξεργασία

Το 2009 η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έθεσε δεσμευτικούς στόχους για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, έτσι ώστε η ΕΕ να επιτύχει μερίδιο 20% της ενέργειας της από ανανεώσιμες πηγές έως το 2020 και μερίδιο 10% των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ειδικά στον τομέα των μεταφορών. Μέχρι το 2014, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ήταν 16% στην ΕΕ, ενώ εννέα κράτη μέλη είχαν ήδη επιτύχει τους στόχους τους για το 2020. Μέχρι το 2019, αυτό είχε αυξηθεί στο 18,9% με 14 κράτη μέλη να έχουν επιτύχει τους στόχους τους πριν το 2020.

Το άρθρο 4 της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές απαιτούσε από τα κράτη μέλη να υποβάλουν εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως τις 30 Ιουνίου του 2010. Τα σχέδια αυτά, τα οποία θα εκπονηθούν σύμφωνα με το υπόδειγμα που δημοσίευσε η Επιτροπή, παρέχουν λεπτομερείς οδικούς χάρτες για τον τρόπο με τον οποίο κάθε κράτος μέλος αναμένεται να φτάσει νόμιμα σε αυτόν τον δεσμευτικό στόχο του 2020. Τα κράτη μέλη πρέπει να καθορίσουν τους στόχους του κάθε τομέα, το τεχνολογικό μείγμα που αναμένουν να χρησιμοποιήσουν, την πορεία που θα ακολουθήσουν και τα μέτρα και τις μεταρρυθμίσεις που θα αναλάβουν για να ξεπεράσουν τα εμπόδια στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα σχέδια δημοσιεύονται από την ΕΚ μόλις παραληφθούν στην αρχική γλώσσα, επιτρέποντας τον δημόσιο έλεγχο. Η Επιτροπή θα τα αξιολογήσει, αξιολογώντας την πληρότητα και την αξιοπιστία τους. Παράλληλα, τα σχέδια θα μεταφραστούν στα Αγγλικά. Επιπλέον, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος ανέθεσε στο Κέντρο Ενεργειακής Έρευνας της Ολλανδίας να δημιουργήσει μια εξωτερική βάση δεδομένων και μια ποσοτική έκθεση των εκθέσεων που έχουν ληφθεί μέχρι στιγμής.

Το 2014, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για τους στόχους της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα έως το 2030. Ενώ επτά κράτη μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είχαν ήδη επιτύχει τους στόχους τους για το 2020 έως το 2016 (μεταξύ των έντεκα σε ολόκληρη την ΕΕ), ένας μικρός αριθμός άλλων είναι πιθανό να προσπαθήσει να επιβραδύνει τη διαδικασία μετασχηματισμού.[3][4]

Στις 11 Δεκεμβρίου του 2018, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για αναθεωρημένη οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα επιτευχθεί ο στόχος τουλάχιστον 32% των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην τελική κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ έως το 2030 και να διασφαλιστεί ότι η ΕΕ είναι παγκόσμιος ηγέτης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.[5]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Στατιστικά στοιχεία για την Ανανεώσιμη ενέργεια, Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Αγγλικά)
  2. 2,0 2,1 2,2 «European Union Renewable Energy Directive, 2009» (PDF).  (Αγγλικά)
  3. Severin Fischer/Oliver Geden (2013), Updating the EU's Energy and Climate Policy. New Targets for the Post-2020 Period, FES International Policy Analysis (Αγγλικά)
  4. Oliver Geden/Severin Fischer (2014), Moving Targets. Negotiations on the EU’s Energy and Climate Policy Objectives for the Post-2020 Period and Implications for the German Energy Transition, SWP Research Paper 2014/RP03 (Αγγλικά)
  5. «Renewable energy directive - Energy - European Commission». Energy (στα Αγγλικά). 15 Απριλίου 2020. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2020.  (Αγγλικά)