Άνοιγμα κυρίου μενού

Ανδρέας Ζαφειρόπουλος

Έλληνας επιχειρηματίας

Ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος είναι Έλληνας επιχειρηματίας. Υπήρξε μεγαλομέτοχος και ισχυρός άνδρας της ΠΑΕ ΑΕΚ για έντεκα χρόνια, από το 1981 μέχρι το 1992. Σ' αυτό το διάστημα, παραχωρούσε κάποιες φορές την προεδρία και το μάνατζμεντ, αλλά πάντοτε κρατούσε τις μετοχές. Επί των ημερών του η ΑΕΚ κατέκτησε ένα κύπελλο (1982-83) και δύο πρωταθλήματα (1988-89 και 1991-92). Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, ο Ζαφειρόπουλος δεν έλαβε την ανάλογη αναγνώριση, καθώς το 1983 είχε δώσει την προεδρία στον εφοπλιστή Μιχάλη Αρκάδη, το 1989 στον επιχειρηματία νυχτερινών κέντρων Στράτο Γιδόπουλο και το 1992 στον Κώστα Γενεράκη.

Το 1992 πούλησε τις μετοχές της ΠΑΕ στο δίδυμο Δημήτρη Μελισσανίδη και Γιάννη Καρρά.[1] Έκτοτε δεν έχει ασχοληθεί ενεργά με την ΑΕΚ, αλλά κατά καιρούς συμμετέχει σε διάφορες εκδηλώσεις και δράσεις της ομάδας.

Επιχειρηματική και κοινωνική δράσηΕπεξεργασία

Ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος, με καταγωγή από το Κιάτο Κορινθίας, σπούδασε οικονομικά στην τότε ΑΣΟΕΕ και ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας αθλητικών ειδών «Zita Hellas», η οποία, στην περίοδο της ακμής της, υπήρξε η μεγαλύτερη του συγκεκριμένου κλάδου στην Ελλάδα. Ο Ζαφειρόπουλος αναφερόταν από τα ΜΜΕ και ως «μίστερ Ζήτα» ή απλά «Ζήτα», λόγω της εταιρείας του. Ήταν πλούσιος, αλλά δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί οικονομικά ούτε την οικογένεια Βαρδινογιάννη που ήλεγχε τον Παναθηναϊκό, ούτε την ομάδα των εφοπλιστών που ήλεγχε τον Ολυμπιακό με επικεφαλής τον Σταύρο Νταϊφά.

Ο Ζαφειρόπουλος είχε επίσης πολιτική δράση ως στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, και πίστευε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του με την κυβέρνηση για να βοηθήσει την ΑΕΚ. Πράγματι, η σχέση του με ηγετικά κυβερνητικά και κομματικά στελέχη βοήθησε την ομάδα, κυρίως σε οικονομικές διευκολύνσεις και δάνεια, αλλά γενικά εκείνη την εποχή ο παράγοντας με τις καλύτερες σχέσεις με την κυβέρνηση (και προσωπικά με τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ο Γιώργος Βαρδινογιάννης του Παναθηναϊκού.[2]

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία

Αν και δεν είχε την οικονομική επιφάνεια του Βαρδινογιάννη και του Νταϊφά, ο Ζαφειρόπουλος πραγματοποίησε ορισμένες σημαντικές και επιτυχημένες μεταγραφές ως μεγαλομέτοχος και πρόεδρος της ΑΕΚ. Ανάμεσα τους, οι Κρίστο Μπόνεφ, Χόκαν Σάντμπεργκ Φράντισεκ Στάμπαχερ κ.α.

Το πιο σημαντικό ίσως, ήταν αυτός που έφερε για δεύτερη φορά στην Ελλάδα τον Ντούσαν Μπάγεβιτς, ως προπονητή. Ωστόσο, αυτή την κίνηση την πιστώθηκε κυρίως ο Στράτος Γιδόπουλος, στον οποίο είχε παραχωρήσει την προεδρία ο Ζαφειρόπουλος εκείνη τη χρονιά.

ΤίτλοιΕπεξεργασία

Τη σεζόν 1982-83 η ΑΕΚ κατέκτησε το κύπελλο Ελλάδας, κερδίζοντας στον τελικό 2-0 τον ΠΑΟΚ, με τέρματα του Θωμά Μαύρου και του Βαγγέλη Βλάχου. Ο Ζαφειρόπουλος, ωστόσο, δεν έτυχε της ανάλογης προβολής και αναγνώρισης, καθώς στην αρχή της σεζόν είχε παραχωρήσει την προεδρία της ΠΑΕ στον εφοπλιστή Μιχάλη Αρκάδη, παλιό παράγοντα της εποχής Λουκά Μπάρλου. Ο Ζαφειρόπουλος παρέμενε βέβαια μεγαλομέτοχος και είχε την πλειοψηφία στο Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά οι περισσότερες εφημερίδες της εποχής προέβαλλαν τον Αρκάδη και τους παίκτες.

Έξι χρόνια αργότερα, τη σεζόν 1988-89, η ΑΕΚ κατέκτησε και το πρωτάθλημα Ελλάδας, σφραγίζοντας την κατάκτηση του τίτλου την προτελευταία αγωνιστική με την γνωστή εκτός έδρας νίκη 0-1 επί του Ολυμπιακού, με τέρμα του Τάκη Καραγκιοζόπουλου. Και πάλι όμως, ο Ζαφειρόπουλος επισκιάστηκε από τον άνθρωπο στον οποίο είχε παραχωρήσει την προεδρία, τον Στράτο Γιδόπουλο.

ΣυγκρούσειςΕπεξεργασία

Το 1987, ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος και ο τότε προπονητής της ΑΕΚ, Νίκος Αλέφαντος, κατηγορήθηκαν από μια μερίδα κόσμου της ΑΕΚ, ότι οργάνωσαν και μεθόδευσαν με απαξιωτικές δηλώσεις και δημοσιεύματα, τον διωγμό του Θωμά Μαύρου από την ομάδα.[3] Ο Μαύρος πράγματι δεν είχε καλή απόδοση στα τελευταία του παιχνίδια με την ΑΕΚ, αλλά μετά την αποχώρησή πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις με την φανέλα του Πανιωνίου (μάλιστα, έγινε και πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος). Για τις συγκρούσεις Ζαφειρόπουλου και Αλέφαντου με τον Μαύρο έγραψε πολλά ο Τύπος της εποχής, και μάλιστα ορισμένες εφημερίδες (όπως Ο Φίλαθλος) ισχυρίστηκαν ότι υπήρχαν μέχρι και πολιτικοί λόγοι για τη σύγκρουση.[4]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία