Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Αντώνιος Καλαμογδάρτης (Πάτρα 1810-Πάτρα 1856) ήταν πολιτικός, βουλευτής και ποιητής.

Αντώνιος Καλαμογδάρτης
Πολιτικός που εξελέγη πολλές φορές βουλευτής
Πληρεξούσιος στην εθνοσυνέλευση της περιόδου 1843-1844 .
Περίοδος
1843 – 1844
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση1810
Πάτρα
Θάνατος1856 (46 ετών)
Πάτρα
ΕθνικότηταΕλληνική
ΥπηκοότηταΕλληνική
ΣύζυγοςΒασιλική Λόντου
Παιδιά2 κόρες
ΣπουδέςΓαλλικά και Ιταλικά

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε το 1810 στην Πάτρα και σε ηλικία δώδεκα ετών, ο πατέρας του, Ανδρέας Καλαμογδάρτης, τον έστειλε στην Μονή Ομπλού κοντά στον μοναχό δάσκαλο και λόγιο Αββακώμ. Εκεί έμεινε πέντε χρόνια, την περίοδο κατά την οποία ήταν εγκατεστημένο στη μονή στρατόπεδο των Ελλήνων, μέχρι το τέλος της επανάστασης. Επέστρεψε στην Πάτρα και συνέχισε τις σπουδές του μαθαίνοντας Γαλλικά και Ιταλικά. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, κατατάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα του Φαβιέρου. Συμμετείχε σε πολλές μάχες και διακρίθηκε ιδιαίτερα στην πολιορκία της Ακροπόλεως στην Αθήνα. Διετέλεσε πληρεξούσιος στην εθνοσυνέλευση της περιόδου 1843-1844.

Το 1854 συμμετείχε στον ακήρυχτο και ατυχή πόλεμο με την Τουρκία για την ελευθέρωση της Ηπείρου όπου και αιχμαλωτίστηκε. Αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και πήγε αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στην Πάτρα. Το 1856, υποφέροντας από φριχτούς πόνους εξαιτίας χρόνιων ρευματισμών, αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με τον ιστορικό Θωμόπουλο, η αυτοκτονία του οφειλόταν στην κακή οικονομική κατάστασή του. Είχε μεταφράσει πολλά ποιήματα από τα Γαλλικά και τα Ιταλικά καθώς ήταν λάτρης της ποίησης, ενώ ο ίδιος έγραφε και ποιήματα[1]. Είχε στην κατοχή του εξοχικό στην περιοχή Χαλκωματά γι' αυτό και είχε το προσωνύμιο «ερημίτης του Χαλκωματά».

Ήταν νυμφευμένος με την Βασιλική Λόντου, αδελφή του μετέπειτα δημάρχου Πατρών Ανδρέα Λόντου, και είχε δύο κόρες.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Βέβαια ο Αντώνιος Καλαμογδάρτης δεν εστάθηκε μεγάλος ποιητής».Κωνσταντίνος Δημαράς, «Πατρινά γράμματα» στο: Κ.Θ.Δημαράς, Σύμμικτα Α' Από την παιδεία στην λογοτεχνία, (επιμ.Αλέξης Πολίτης), Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2000, σελ.157

ΠηγέςΕπεξεργασία