Βοηθητικό ρήμα λέγεται εκείνο που χρησιμοποιείται για το σχηματισμό άλλου ρήματος.

Σχηματισμός ΧρόνωνΕπεξεργασία

Στην ελληνική γλώσσα, τα ρήματα “έχω” και “είμαι” χρησιμοποιούνται για το σχηματισμό του παρακείμενου, του υπερσυντέλικου και του συντελεσμένου μέλλοντα. Παραδείγματα:

Ενεργητική ΦωνήΕπεξεργασία

  • Παρακείμενος: έχω γράψει / έχω γραμμένο
  • Μετοχή παρακείμενου: έχοντας γράψει / έχοντας γραμμένο
  • Υπερσυντέλικος: είχα γράψει / είχα γραμμένο
  • Συντελεσμένος μέλλοντας: θα έχω γράψει / θα έχω γραμμένο

Η πρώτη μορφή, που χρησιμοποιείται πιο συχνά, σχηματίζεται με το ενεργητικό απαρέμφατο αορίστου, ενώ η δεύτερη με τη μετοχή του παθητικού παρακείμενου στην αιτιατική.

Παθητική ΦωνήΕπεξεργασία

  • Παρακείμενος: έχω χτενιστεί / είμαι χτενισμένος
  • Υπερσυντέλικος: είχα χτενιστεί / ήμουν χτενισμένος
  • Συντελεσμένος μέλλοντας: θα έχω χτενιστεί / θα είμαι χτενισμένος

Σχηματισμός Περιφραστικών ΡημάτωνΕπεξεργασία

Όλες οι γλώσσες υιοθετούν μερικές λέξεις από άλλες γλώσσες ακόμα κι όταν έχουν δικές τους. Στην ελληνική, δύσκολα μπορεί να σχηματιστεί ρήμα από ξενικό ουσιαστικό και σε τέτοιες περιπτώσεις χρησιμοποιείται το ρήμα “κάνω”. Για παράδειγμα, “κάνω ντεμπούτο” αντί “πρωτοεμφανίζομαι”. Αλλά κάποτε και ουσιαστικά με ελληνική κατάληξη δεν έχουν ρήμα και απαιτείται η περιφραστική προσέγγιση: “κάνω φασαρία”.

Το “κάνω” και το “είμαι” πολλές φορές χρησιμοποιούνται χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος. Σε τέτοια περίπτωση, φτωχοποιούν τη γλώσσα. Παραδείγματα:

  • “Ο γιατρός έκανε λόγο για νέα δεδομένα” αντί “Ο γιατρός μίλησε για νέα δεδομένα”.
  • “Ο Ρωμανός Δ’ ήταν καλός στρατηγός, αλλά έχασε στο Μανζικέρτ διότι τον πρόδωσε ο Κωνσταντίνος Δούκας” αντί “Άνκαι ικανός στρατηγός, ο Ρωμανός Δ’ έχασε στο Μανζικέρτ διότι τον πρόδωσε ο Κωνσταντίνος Δούκας”.