Άνοιγμα κυρίου μενού
Χάρτης της εδαφικής επέκτασης της Ουγγαρίας (1920-1941)
Εθνική σύνθεση της Ουγγαρίας (μετά τις προσαρτήσεις εδαφών, Δεκέμβριος 1941)

Οι διαιτησίες της Βιέννης ( γερμανικά: Wiener Schiedsspruch‎ ) είναι το όνομα δύο πολιτικών αποφάσεων του Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και του Γκαλεάτσο Τσιάνο, οι οποίοι ενήργησαν ως διαιτητές εκ μέρους της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας με στόχο την «ειρηνική ικανοποίηση» των εδαφικών διεκδικήσεων της Ουγγαρίας για κάποια από τα εδάφη που έχασε σύμφωνα με τη συνθήκη του Τριανόν το 1920. Η διαιτησία της Βιέννης βασίστηκε στην αρχή του " δικαιώματος των εθνών για αυτοδιάθεση " και "της διόρθωσης των αδικιών που δημιούργησαν οι Συνθήκες των Βερσαλλιών ".

Οι δύο διαιτησίες δεν ήταν "υπαγορεύσεις". Οι διαιτησίες έγιναν προς ικανοποίηση των αιτημάτων από τις κυβερνήσεις της Ουγγαρίας και της Δεύτερης Δημοκρατίας της Τσεχοσλοβακίας ή της Ρουμανίας. Η πρώτη διαιτησία πραγματοποιήθηκε το 1938 και η δεύτερη το 1940, με καθαρά ωφελημένη χώρα την Ουγγαρία, καθώς προσάρτησε τη νότια Σλοβακία και τη μισή Τρανσυλβανία.

Πρώτη Διαιτησία της ΒιέννηςΕπεξεργασία

Η πρώτη διαιτησία της Βιέννης έλαβε χώρα στις 2 Νοεμβρίου 1938, υπό την αιγίδα των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Ιταλίας. Σύμφωνα με την πρώτη διαιτησία της Βιέννης, η Τσεχοσλοβακία υποχρεώθηκε να παραδώσει στην Ουγγαρία τμήματα της νότιας Σλοβακίας (περίπου 10 χιλιάδες τ.χλμ.) και τις νοτιοδυτικές περιοχές της Υπερκάρπαθιας Ουκρανίας (περίπου 2 χιλιάδες τ.χλμ.). Συνολικά, η Τσεχοσλοβακία απώλεσε 11.927 τετραγωνικά χιλιόμετρα ξηράς με πάνω από 1 εκατομμύριο κατοίκους.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Μονάχου (η οποία συνήφθη στις 29 Σεπτεμβρίου 1938) η Τσεχοσλοβακία έπρεπε να αποφασίσει για το "ουγγρικό ζήτημα" (στην Ρουθηνία των Καρπαθίων και τη νότια Σλοβακία ζούσαν 750.000 Ούγγροι) σύμφωνα με συμφωνία με την κυβέρνηση της Βουδαπέστης. Αρχικά, η Τσεχοσλοβακική κυβέρνηση πρότεινε αυτονομία για τους Ούγγρους της Τσεχοσλοβακίας ως «λύση». Ωστόσο, η Βουδαπέστη τάχθηκε υπέρ του μέγιστου "δικαιώματος αυτοδιάθεσης" (δηλαδή να γίνει δημοψήφισμα εάν οι κάτοικοι επιθυμούν να παραμείνουν μέρος της Τσεχοσλοβακίας ή όχι) ή ακόμη και να γίνει μεταβίβαση των εδαφών, όπου, σύμφωνα με την απογραφή του 1910, οι Ούγγροι είναι πλειοψηφία του πληθυσμού. Η έγκριση του ελάχιστου πακέτου ουγγρικών απαιτήσεων θα οδηγούσε στην απώλεια της νότιας Σλοβακίας. Επίσης η Τσεχοσλοβακία θα έχανε σημαντικές πόλεις, όπως η Μπρατισλάβα (πρωτεύουσα της Σλοβακίας), η Νίτρα, το Κόσιτσε, το Μουκάτσεβο και το Ούζχοροντ.

Αναγνωρίζοντας ότι ένας συμβιβασμός με τη Βουδαπέστη (δ.δ. ουγγρική κυβέρνηση) δεν θα λειτουργούσε, η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας κάλεσε τη Βουδαπέστη να συμφωνήσει με την ετυμηγορία της διαιτησίας της Γερμανίας και της Ιταλίας (η Ουγγαρία πρότεινε επίσης να ενεργήσει ως διαιτητής εκ μέρους της Πολωνίας). Στην Πράγα όμως, οι Πολωνοί συμφώνησαν να συμμετάσχουν μόνο αν η Ρουμανία αναλάβει ρόλο διαιτητή. Ως εκ τούτου, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία αποφάσισαν να υποβάλουν αίτηση διαιτητικής απόφασης προς τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας.

Στις 2 Νοεμβρίου 1938, οι Ρίμπεντροπ και Τσιάνο αποφάνθηκαν από τη Βιέννη ότι: η Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας πρέπει να μεταφέρει 12.000 τ.χλμ. γης στην Ουγγαρία, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Κόσιτσε (Κάσσα), Κομάρνο (Κομάρομ), Ούζχοροντ (Ούνγκβαρ) και Μουκάτσεβο (Μούνκατς). Η Μπρατισλάβα και η Νίτρα παρέμειναν στη Σλοβακία

Οι περισσότεροι κάτοικοι των περιοχών που μεταφέρθηκαν στην Ουγγαρία ήταν Ούγγροι, οι οποίοι χαιρέτισαν την επιστροφή των περιοχών τους στην Ουγγαρία. Οι Σλοβάκοι και Τσέχοι άποικοι (που έλαβαν γη ως αποτέλεσμα της λεγόμενης αγροτικής μεταρρύθμισης που πραγματοποίησε η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας κατά τη δεκαετία του 1920 και του 1930) εκδιώχθηκαν βίαια από τη νέα ουγγρική διοίκηση. Επίσης, όσοι Εβραίοι ήρθαν στην περιοχή μετά το 1918, επίσης απελάθηκαν. [1]

Δεύτερη Διαιτησία της ΒιέννηςΕπεξεργασία

 
Επαναχάραξη των συνόρων της Ρουμανίας: Η Βόρεια Τρανσυλβανία (με κίτρινο χρώμα) μεταφέρθηκε στην Ουγγαρία

Σύμφωνα με την απόφαση της δεύτερης διαιτησίας, η Ρουμανία έπρεπε να παραχωρήσει στην Ουγγαρία το μισό της Τρανσυλβανίας (γνωστό ως Βόρεια Τρανσυλβανία). Συνολικά η Ρουμανία έπρεπε να παραχωρήσει 43.492 τ.χλμ. γης και 2.4 εκατομμύρια άτομα στην Ουγγαρία. Η διαιτησία εκδόθηκε στις 30 Αυγούστου 1940. Στόχος του δώρου της Γερμανίας στην Ουγγαρία ήταν να πείσει την Ουγγαρία να συμμετάσχει στον πόλεμο ως σύμμαχος της Γερμανίας. Δεδομένου ότι η βόρεια Τρανσυλβανία ήταν ετερογενής και κατοικούσαν πολλοί λαοί (Ούγγροι, Ρουμάνοι, Γερμανοί κτλ.), η απόφαση αυτή οδήγησε σε μαζικές μεταναστεύσεις και επιδείνωση των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην Τρανσυλβανία. Η Γερμανία εκμεταλλεύτηκε την απόφαση ως λόγο για την πλήρη ένταξη της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας στον Άξονα.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1940, ύστερα από τετραμερή απόφαση, η νότια Δοβρουτσά μεταφέρθηκε από τη Ρουμανία στη Βουλγαρία. Η Βουλγαρία απώλεσε αυτό το έδαφος το 1913 ως αποτέλεσμα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου και από τότε ήταν μέρος της Ρουμανίας.

ΑκύρωσηΕπεξεργασία

Οι διαιτησίες της Βιέννης κρίθηκαν άκυρες από τις Συνθήκες Ειρήνης του Παρισιού του 1947. Η Ουγγαρία έχασε τα εδάφη που κέρδισε με τις δύο διαιτησίες. Η νότια Δοβρουτσά και τμήματα της ανατολικής Ρουμανίας δεν επεστράφησαν στην Ρουμανία. Η νότια Δοβρουτσά παρέμεινε στη Βουλγαρία και τμήματα της ανατολικής Ρουμανίας πέρασαν στην Σοβιετική Ένωση.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία