Ο Εθνάρχης, αναφέρεται γενικά σε πολιτική ηγεσία πάνω από μία κοινή εθνική ομάδα ή σε ένα ομοιογενές βασίλειο. Η λέξη προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ἔθνος και ἄρχων ( που σημαίνει «αρχηγός/ηγεμόνας»).Σύμφωνα με τον συμφραστικό πίνακα του Τζείμς Στρονγκ ως εθνάρχης ορίζεται «ο κυβερνήτης, κι όχι ο βασιλιάς, μιας περιοχής».[1]

Βυζαντινή αυτοκρατορίαΕπεξεργασία

Οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν τον όρο γενικά για να αναφερθούν στους ηγεμόνες των βαρβαρικών φυλών ή σε βασίλεια εκτός των ορίων της αυτοκρατορίας τους.[2] Στο χριστιανικό πλαίσιο, όπου η λέξη «εθνικός» σήμαινε « ειδωλολάτρης », ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν τον συγκεκριμένο όρο για να ορίσουν τους παγανιστικούς εθνικούς θεούς. Ωστόσο, τον 10ο αιώνα, ο όρος απέκτησε μια πιο τεχνική αίσθηση, όταν δόθηκε σε αρκετούς υψηλόβαθμους διοικητές. Παρόλο που η συγκεκριμένη φύση του τίτλου δεν επιβεβαιώνεται, είναι γενικά αποδεκτό ότι τον 10ο -11ο αιώνα, σήμαινε τους διοικητές του συνόλου ξένων μισθοφόρων που υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό.[3]

Σημερινή χρήση στην Ελλάδα και στην ΚύπροΕπεξεργασία

Στη νεοελληνική χρήση, ο όρος έχει την έννοια του «πατέρα του έθνους» και χρησιμοποιείται ευρέως ως επίθετο που εφαρμόζεται σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς ηγέτες του σύγχρονου ελληνισμού: τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.[4][5] Στο πλαίσιο της σύγχρονης Κύπρου , ο όρος σχεδόν πάντα αναφέρεται στον πρώτο πρόεδρο του νησιού, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. STRONGS NT 1481: ἐθνάρχης. Strong's Concordance (Bible Hub). Retrieved: 18 August 2014.
  2. "ETHNARCH" in The Oxford Dictionary of Byzantium, Oxford University Press, New York & Oxford, 1991, p. 734. (ISBN 0195046528)
  3. Kazhdan (1991), p. 734
  4. Yilmaz, Hakan; Aykaç, Çagla E (2012), Perceptions of Islam in Europe: Culture, Identity and the Muslim 'Other', I.B.Tauris, σελ. 82, ISBN 9781848851641, https://books.google.com/books?id=VGwJ5jTfKPMC&pg=PA82 
  5. (in Ελληνική) ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1940–1986 ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ p. 149.