Πολιτική ανοικτής αγοράς: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

μδρθ
(μικροπροσθήκες)
(μδρθ)
Η '''πολιτική ανοικτής αγοράς''' ([[αγγλικά]]: ''Open market policy'' ή ''Open market operation'') ασκείται με την απευθείας [[Αγορά (εμπόριο)|αγορά]] - [[πώληση]] [[Κρατικό ομόλογο|κρατικών ομολόγων]] στην [[κεφαλαιαγορά]] ή/και στο [[χρηματιστήριο]] από την [[Κεντρική Τράπεζα]] με σκοπό τον επηρεασμό των [[Επιτόκιο|επιτοκίων]] και της [[Προσφορά και ζήτηση|προσφοράς]] [[Χρήμα|χρήματος]]. Έτσι, αν επιδιώκεται αύξηση της προσφοράς χρήματος τότε η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει κρατικούς τίτλους, διοχετεύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο χρήμα στην αγορά, το οποίο έχει πολλαπλασιαστικές επιδράσεις στην προσφορά χρήματος. Αντίστροφα, με την πώληση κρατικών τίτλων η Κεντρική Τράπεζα ουσιαστικά δανείζεται χρήματα από τις εμπορικές τράπεζες και περιορίζει την συνολική ποσότητα χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Οι πράξεις ανοικτής αγοράς αποτελούν μέσο άσκησης νομισματικής πολιτικής, δηλαδή μέσο επίτευξης στόχων για τον [[πληθωρισμός|πληθωρισμό]], τα [[επιτόκιο|επιτόκια]] ή τη [[Ισοτιμία (οικονομία)|νομισματική ισοτιμία]].
 
Ειδικότερα, οι πράξεις της ανοικτής αγοράς εκτελούνται με πρωτοβουλία της Κεντρικής Τράπεζας στις [[Αγορά χρήματος|αγορές χρήματος]]. Για παράδειγμα, η [[Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ]] χρησιμοποιεί ημερήσιας διάρκειας repos (overnight repurchase agreements) για να «δημιουργεί» ή να «καταστρέφει» χρήμα, ελέγχοντας έτσι τα επίπεδα ρευστότητα των εμπορικών τραπεζών. Επίσης πραγματοποιεί αγορές και πωλήσεις τίτλων μέσω της ανοικτής πλατφόρμας συναλλαγών (System Open Market Account ή SOMA) της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Αντίστοιχα, η [[Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα]] κυρίως χρησιμοποιεί εβδομαδιαίας και μηνιαίας διάρκειας repos, τα οποία τίθενται προς [[πλειστηριασμός|πλειστηριασμό]] στον οποίο συμμετέχουν και υποβάλουν προσφορές πάνω από 900 εμπορικές τραπεζέςτράπεζες με έδρες εντός και εκτός ευρωζώνης.
 
Οι πράξεις ανοικτής αγοράς περιλαμβάνουν τις εξής συναλλαγές:
7.611

επεξεργασίες