Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Σαλιχλή»

101 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 1 έτος
 
==Ιστορία==
Το 1845, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής εκείνου του έτους, στο Σαλιχλή ζούσαν 278 οικογένειες<ref>Από αυτές οι 33 ήταν ελληνικές και οι υπόλοιπες μουσουλμανικές (βλ. Colin Imber,Keiko Kiyotaki, [https://books.google.gr/books?id=Tk8DLQYUsxMC&printsec=frontcover&dq=Salihli&hl=el&sa=X&redir_esc=y#v=onepage&q=Salihli&f=false Frontiers of Ottoman Studies], I.B.Tauris, 2005, vol. 1, σελ. 150).</ref>. Η πόλη γνώρισε σημαντική ανάπτυξη κατά το β΄μισόβ΄ μισό του 19ου αιώνα όταν συνδέθηκε σιδηροδρομικώς με τη [[Σμύρνη]]. Κατά τον [[ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897|ελληνοτουρκικόΕλληνοτουρκικό πόλεμοΠόλεμο του 1897]] έχασαν τη ζωή τους αρκετοί Τούρκοι κάτοικοι του ΣαλιχλίΣαλιχλή που συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις ως κληρωτοί και επιστρατευμένοι στις τάξεις του οθωμανικούΟθωμανικού στρατούΣτρατού<ref>''Μικρασιατικά Χρονικά'', Σύγγραμμα περιοδικόν εκδιδόμενον υπό του τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων, τόμος όγδοος, Αθήναι 1959, σελ. 379.</ref>. Σύμφωνα με οθωμανική απογραφή του 1908 στον κασαμπά (κωμόπολη, οχυρωμένη πόλη) του Σαλιχλή κατοικούσαν 4.441 άτομα (3.002 μουσουλμάνοι, 11391.139 Έλληνες, 215 Εβραίοι και 85 Αρμένιοι)<ref>[https://books.google.gr/books?id=Tk8DLQYUsxMC&printsec=frontcover&dq=Salihli&hl=el&sa=X&redir_esc=y#v=onepage&q=Salihli&f=false Imber,Kiyotaki, 2005, σελ. 151.]</ref>.
 
Πριν την έκρηξη του [[Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος|Α΄Παγκοσμίου Πολέμου]] η πόλη ήταν χωρισμένη σε δύο συνοικίες (Κάτω και Επάνω Σαλιχλή) και υπολογίζεται πως είχε πληθυσμό 7.500 κατοίκων, με την πλειοψηφία τους να είναι μουσουλμάνοι (Τούρκοι και [[Κιρκασία|Κιρκάσιοι]]). Παράλληλα διέθετε σημαντική ελληνική κοινότητα 2.000 ατόμων, η οποία αυξήθηκε πληθυσμιακά μετά το [[1870]] από [[Έλληνες]] που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ερχόμενοι από το [[Ακχισάρ|Αξάρι]], τη [[Νίγδη]], το [[Αϊδίνιο]], την [[Καισαρεία]], τη [[Φιλαδέλφεια (Μικρά Ασία)|Φιλαδέλφεια]] κ.α.<ref>''Μικρασιατικά Χρονικά'', 1959, σελ. 378.</ref>. Η ελληνική κοινότητα ήταν - σε αντίθεση με τους γειτονικούς ελληνικούς πληθυσμούς - κατά κύριο λόγο ελληνόφωνη και η πλειοψηφία των μελών της ήταν ευκατάστατη. Διέθετε δύο εκπαιδευτικά ιδρύματα (αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο) και μια κεντρική εκκλησία (Ι.Ν. Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης)<ref>''Μικρασιατικά Χρονικά'', 1959, σελ. 377, 381.</ref>. Ο πληθυσμός περιλάμβανεπεριελάμβανε επίσης 200 Εβραίους και μερικές οικογένειες [[Αρμένιοι|ΑρμένιωνΑρμενίων]]<ref name=Mikrasiatika>''Μικρασιατικά Χρονικά'', 1959, σελ. 377.</ref>.
 
Το ΣαλιχλίΣαλιχλή διέθετε πλούσια αγροτική παραγωγή (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, βαμβάκι, όπιο, φρούτα κ.ά), που σε συνδυασμό με τη σιδηροδρομική σύνδεση με το λιμάνι της Σμύρνης οδήγησε στη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής<ref>''Μικρασιατικά Χρονικά'', 1959, σελ. 380.</ref> που εξελίχθηκε σε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο<ref name=Mikrasiatika/>.
 
Στις 23 Ιουνίου του 1920, δυνάμεις του [[Ελληνικός στρατός|ελληνικούΕλληνικού στρατούΣτρατού]] υπό τον ανθυπολοχαγό Γ. Αγριτέλλη κατέλαβαν το Σαλιχλή κατά τη διάρκεια της [[Μικρασιατική εκστρατεία|Μικρασιατικής εκστρατείαςΕκστρατείας του 1919-1922]]. Η πόλη παρέμεινε υπό ελληνικό έλεγχο μέχρι τοντο Σεπτέμβριο του [[1922]]. Μάλιστα στις [[5 Σεπτεμβρίου]] του ίδιου έτους διεξήχθη στην περιοχή, νικηφόρα για τις ελληνικές δυνάμεις, μάχη, ανάμεσα στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων (με επικεφαλής τον [[Νικόλαος Πλαστήρας|Νικόλαο Πλαστήρα]]) και σε τουρκική μεραρχία ιππικού, στα πλαίσια της κάλυψης της υποχώρησης τριών ελληνικών μεραρχιών που κινδύνευαν να κυκλωθούν από τα αντίπαλα στρατεύματα<ref name=Ele/><ref>''Μικρασιατικά Χρονικά'', 1959, σελ. 384.</ref>. Κατόπιν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων υποχώρησε συντεταγμένα από την κωμόπολη<ref>[[Ιωάννης Καψής|Γιάννη Π. Καψή]], ''Χαμένες Πατρίδες'', Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1989, σελ. 251.</ref>. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, ο ελληνικός στρατός κατά την αποχώρησή του από το Σαλιχλή προχώρησε σε σημαντικές καταστροφές εφαρμόζοντας τακτική καμένης γης<ref>Sydney Nettleton Fisher, ''The Middle East: a history'', Alfred A. Knopf, New York 1969, σελ. 386.</ref>.
 
==Επιφανείς κάτοικοι==
Ανώνυμος χρήστης