Ο όρος ησυχία χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής που διάλεξαν οι ερημίτες, αφιερωμένοι στη θεωρία και την αδιάλειπτη προσευχή[1]. Ο όρος ησυχαστής χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει τον ερημίτη και αναχωρητή, από τις απαρχές του μοναχισμού. Ο ησυχασμός[2] είναι μια μυστικιστική παράδοση προσευχής στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Με βάση την εντολή του Χριστού στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο[α], η ησυχαστική παράδοση είναι μια διαδικασία απόσυρσης προς την ενδότερη ύπαρξη, με ταυτόχρονη παύση των αισθήσεων, προκειμένου να επιτευχθεί βιωματική γνώση του Θεού.

Ιστορική θεώρησηΕπεξεργασία

Από ιστορικής απόψεως η ησυχία ως όρος βρίσκεται στα πατερικά κείμενα του 4ου και 5ου αιώνα και φέρεται πως διαδόθηκε από κέντρα του μοναχισμού όπως η μονή της Aγίας Aικατερίνης στο Σινά. Πρόκειται για συμβατικό όρο που περιγράφει την μέθοδο προσευχής και διαλογισμού των μοναχών μέσω της ηρεμίας του εσωτερικού εαυτού.

Εμφανίζεται στα κείμενα του Ευαγρίου Ποντικού που ήταν «ο πρώτος μεγάλος πατέρας που κωδικοποίησε τη μοναχική διδασκαλία για την προσευχή» και [4] «καλύτερα από κάθε άλλον»[5] διατύπωσε τη θεολογία της προσευχής ως την ανώτατη πράξη του νου, μια ανάβαση του νου στο Θεό. Ο σκοπός, το περιεχόμενο και η δικαίωση της ησυχαστικής-ερημιτικής ζωής ήταν για τον Ευάγριο η νοερά προσευχή ή η αδιάλειπτη προσευχή του νου[6].

Η άσκηση και ο τρόπος προσευχής περιλήφθηκαν από τον Ευάγριο σε ένα μεταφυσικό και ανθρωπολογικό σύστημα νεοπλατωνικής έμπνευσης,[7] μετασχηματίζοντάς τον σε ένα «πνευματιστικό διανοητισμό»[8].

Στα τέλη του 4ου αιώνα σημειώθηκε μια νέα εξέλιξη «προς την κατεύθυνση της χριστοκεντρικότητας» υπό την επιρροή των έργων του αγίου Μακαρίου του Μεγάλου, τα οποία ο Παλαμάς γνώριζε και παρέπεμπε σε αυτά συχνά: «Το κέντρο της ανθρώπινης συνείδησης και της θείας παρουσίας στον άνθρωπο φαίνεται να συγκλίνει όχι στο νου, αλλά στην καρδιά» Η ορολογία του Μακαρίου απομακρύνεται από τον νεοπλατωνισμό και γίνεται βιβλικότερη και χρωματιζόμενη από την ιουδαϊκή ανθρωπολογία[9].

Ησυχαστική έριδαΕπεξεργασία

Κύριο λήμμα: Ησυχαστική έριδα

Μεταγενέστερα στην βυζαντινή κοινωνία ο όρος διευρύνεται για να περιλάβει όχι μόνο τη συγκεκριμένη μέθοδο προσευχής αλλά και το σχετικό πνευματικό ρεύμα που υποστήριζε ότι ο Θεός μπορεί να αποκαλυφθεί στον άνθρωπο όταν εκείνος τον αναζητά διαρκώς με την προσευχή του νου ή με την προσευχή της καρδιάς. Στην υστεροβυζαντινή περίοδο όμως, ο ησυχασμός εξελίχθηκε σε σημείο τριβής μεταξύ διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων και οδήγησε σε πολιτικές και κοινωνικές έριδες, με αποτέλεσμα ο όρος να χρησιμοποιείται για να περιγράψει «θρησκευτικά, πολιτικά και κοινωνικά κινήματα του 14ου και 15ου αιώνα στο Βυζάντιο»[10][11].

Συγκεκριμένα, τον 14ο αιώνα σημειώνεται ανανέωση του μοναστικού βίου απέναντι στην προηγηθείσα γενική παρακμή. Κείμενα της εποχής του Νικηφόρου Ησυχαστή[12] και του Αγίου Γρηγορίου Σιναΐτου[13], αναφέρονταν στην επίκληση του θείου ονόματος συνδυαζόμενη με ειδικές τεχνικές, που προϋπέθεταν προσήλωση του βλέμματος στη μέση του σώματος ή στην καρδιά και στον έλεγχο της αναπνοής. Οι ασκήσεις αυτές συνδυάζονταν με τα λόγια της προσευχής Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με (τον αμαρτωλό), συνεχώς επαναλαμβανόμενης. Αν και ο τελικός στόχος ήταν η προσευχή, οι μοναχοί ισχυρίζονταν πως είχαν εμπειρία του θείου (ακτίστου) φωτός. Οι σωματικές τεχνικές, αν και εν μέρει αναφέρονται από τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος (α' μισό 7ου αι.) δεν πρέπει να είναι παλαιότερες του 13ου αιώνα. Αλλά και η θεωρία και η πράξη της καθαρής νοεράς προσευχής δεν απουσίαζαν από τα πρώτα βήματα του ασκητισμού[14].

Υποσημειώσεις και παραπομπέςΕπεξεργασία

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μτφρ: Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου[3].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ιωάννης Μάγιεντορφ,«Η Υπεράσπιση των ιερώς ησυχαζόντων του Αγ.Γρηγορίου Παλαμά», στο: του ιδίου, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Δημήτρης Μόσχος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1990, σελ.207
  2. από το ἡσυχία, ακινησία, ξεκούραση, ησυχία, σιωπή· Parry, Ken; David Melling (editors) (1999). The Blackwell Dictionary of Eastern Christianity. Malden, MA.: Blackwell Publishing. ISBN 0-631-23203-6. σελ. 230
  3. Κατά Ματθαίον στ' 6.
  4. John Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση, μτφρ. Ελευθέριος Μάινας, εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1989, σελ. 27
  5. Ιωάννης Μάγιεντορφ,«Η Υπεράσπιση των ιερώς ησυχαζόντων του Αγ.Γρηγορίου Παλαμά», στο: του ιδίου, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Δημήτρης Μόσχος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1990, σελ208
  6. Ιωάννης Μάγιεντορφ,«Η Υπεράσπιση των ιερώς ησυχαζόντων του Αγ.Γρηγορίου Παλαμά», στο: του ιδίου, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Δημήτρης Μόσχος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1990, σελ.208-209
  7. John Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση, μτφρ. Ελευθέριος Μάινας, εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1989, σελ.26
  8. John Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση, μτφρ. Ελευθέριος Μάινας, εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1989, σελ.31
  9. Ιωάννης Μάγιεντορφ,«Η Υπεράσπιση των ιερώς ησυχαζόντων του Αγ.Γρηγορίου Παλαμά», στο: του ιδίου, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Δημήτρης Μόσχος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1990, σελ.210
  10. Ησυχαστική Έριδα
  11. Γ. Μεταλληνός - Ἡσυχαστὲς καὶ Ζηλωτές
  12. Για τον Νικηφόρο Ησυχαστή δες: Βασίλειος Τατάκης, «Νικηφόρος Μοναχός Ησυχαστής», στο: του ιδίου, Μελέτες ιστορίας της φιλοσοφίας, εκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1980, σελ.157-172
  13. Βασίλειος Τατάκης, «Νικηφόρος Μοναχός Ησυχαστής», στο: του ιδίου, Μελέτες ιστορίας της φιλοσοφίας, εκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1980, σελ.159
  14. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 424-425