Η ησυχαστική έριδα ήταν μια θεολογική διαμάχη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τον 14ο αιώνα μεταξύ υποστηρικτών και αντιπάλων του Γρηγορίου Παλαμά. Αν και δεν ήταν η πρωταρχική αιτία του Βυζαντινού Εμφυλίου Πολέμου, εντούτοις επηρέασε και επηρεάστηκε από τις πολιτικές δυνάμεις που αναμείχθηκαν στον πόλεμο αυτό. Η διαμάχη ολοκληρώθηκε με τη νίκη των Παλαμιστών και τη συμπερίληψη του δόγματός τους ως μέρος του δόγματος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και με την αγιοποίηση του Παλαμά.

Γρηγόριος Παλαμάς

Περί το 1337, ο Ησυχασμός προσέλκυσε την προσοχή ενός λογίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, του Βαρλαάμ, ενός μοναχού από την Καλαβρία που είχε έρθει στην Κωνσταντινούπολη περίπου επτά χρόνια νωρίτερα. Αντιδρώντας στις επικρίσεις για τα θεολογικά του κείμενα ότι ο Γρηγόριος Παλαμάς, ένας αθωνίτης μοναχός και εκφραστής του ησυχασμού, είχε επικοινωνήσει μαζί του, ο Βαρλαάμ συνάντησε Ησυχαστές και άκουσε περιγραφές των πρακτικών τους. Εκπαιδευμένος στην Δυτική Σχολαστική θεολογία, ο Βαρλαάμ σκανδαλίστηκε από τις περιγραφές που άκουσε και έγραψε πολλές πραγματείες, με τις οποίες γελοιοποιούσε τις πρακτικές αυτές. Ο Βαρλαάμ αμφισβήτησε, ως αιρετικό και βλάσφημο, το δόγμα των Ησυχαστών ως προς την φύση του ακτίστου φωτός, πανομοιότυπου με εκείνο που είχε φανεί στους μαθητές του Ιησού στην Μεταμόρφωσή Του στο Όρος Θαβώρ, η εμπειρία του οποίου ήταν ο στόχος της πρακτικής των Ησυχαστών. Οι πληροφοριοδότες του είπαν ότι αυτό το φως δεν ήταν θεϊκής ουσίας, αλλά θεωρούνταν ότι είχε άλλη υπόσταση. Ο Βαρλαάμ θεώρησε αυτήν την έννοια πολυθεϊστική, καθώς υπαινίσσεται δύο αιώνια όντα, έναν ορατό (αμετάβλητο) και έναν αόρατο (υπερβατικό) Θεό.

Ο Γρηγόριος Παλαμάς, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, κλήθηκε από τους αδελφούς του μοναχούς στο Άγιο Όρος να υπερασπιστεί τον Ησυχασμό από τις επιθέσεις του Βαρλαάμ. Καλά μορφωμένος στην ελληνική φιλοσοφία (διαλεκτική μέθοδο) και ως εκ τούτου ικανός να υπερασπίσει τον Ησυχασμό με μεθόδους που χρησιμοποιούνταν και στη Δύση, ο Παλαμάς τον υπερασπίστηκε το 1340 με μια σειρά Συνόδων στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και με μια σειρά έργων.

Το 1341 η διαφωνία εξετάστηκε από μια Σύνοδο που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη την υπόθεση στην οποία βασίστηκαν τα κείμενα του ψευδο-Διονύσιου, καταδίκασε τον Βαρλαάμ, ο οποίος υποχώρησε και σχεδόν αμέσως επέστρεψε στην Καλαβρία, όπου έγινε επίσκοπος βυζαντινού τυπικού, αλλά σε πλήρη κοινωνία με τον Πάπα. Πραγματοποιήθηκαν πέντε ακόμη Σύνοδοι για το θέμα, στην τρίτη των οποίων οι αντίπαλοι του Παλαμά κέρδισαν μια σύντομη νίκη. Ωστόσο το 1351, σε Σύνοδο υπό την προεδρία του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, καθιερώθηκε η πραγματική διάκριση Ουσίας-Ενέργειας του Παλαμά ως δόγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο Γρηγόριος Ακίνδυνος, ο οποίος ήταν μαθητής του Γρηγορίου Παλαμά και είχε προσπαθήσει να μεσολαβήσει μεταξύ αυτού και του Βαρλαάμ, άσκησε κριτική στον Παλαμά μετά την αποχώρηση του Βαρλαάμ το 1341. Ένας άλλος αντίπαλος του Παλαμισμού ήταν ο Μανουήλ Καλέκας, ο οποίος προσπάθησε να συμφιλιώσει την Ανατολική και τη Δυτική Εκκλησία. Μετά την απόφαση του 1351, υπήρξε έντονη καταστολή εναντίον των αντιπαλαμιστών. Ο Καλέκας αναφέρει ότι αυτή η καταστολή διήρκεσε έως το 1397, και πως για τους θεολόγους που διαφωνούσαν με τον Παλαμά τελικά δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να μεταναστεύσουν και να έρθουν σε κοινωνία με την Λατινική Εκκλησία, έναν δρόμο που ακολούθησε ο ίδιος ο Καλέκας, όπως επίσης και ο Δημήτριος Κυδώνης και ο Ιωάννης Κυπαρρισιώτης.

Για την κίνηση των ησυχαστών και την ησυχαστική έριδα, εκτός από τα ιστορικά έργα του Νικηφόρου Γρηγορά και του Ιωάννη Καντακουζηνού, διαθέτουμε τα συγγράμματα του ιδρυτή της ησυχαστικής κινήσεως Γρηγορίου Σιναΐτου, του Γρηγορίου Παλαμά, του πατριάρχη Φιλόθεου, των αντιπάλων των ησυχαστών Βαρλαάμ Καλαβρού και Γρηγορίου Ακινδύνου, του Νικόλαου Καβάσιλα, καθώς και τις πράξεις των Συνόδων που συγκλήθηκαν για την αντιμετώπιση της έριδας.[1] Οι ησυχαστικές έριδες διακρίνονται σε τρεις φάσεις [2]:

ΙστορικόΕπεξεργασία

Ως Αθωνίτης μοναχός, ο Γρηγόριος Παλαμάς είχε μάθει να ασκεί τον ησυχασμό. Είχε ήδη γράψει σχετικά με τον Ησυχασμό, αλλά σε κύριο υποστηρικτή του αναδείχθηκε ο Παλαμάς όταν αναγκάστηκε να τον υπερασπιστεί αφού αυτή η πρακτική επικρίθηκε από τον Βαρλαάμ, έναν Έλληνα μοναχό από την Καλαβρία της νοτίου Ιταλίας. Η διαμάχη μεταξύ των Παλαμιτών και των Βαρλααμιτών διήρκεσε πάνω από μια δεκαετία και οδήγησε σε μια σειρά Συνόδων που κορυφώθηκαν το 1351, όταν το δόγμα των Παλαμιτών υιοθετήθηκε ως δόγμα της Ανατολικής Ορθόδοξης.

A΄ φάση της ησυχαστικής έριδας: ως το 1341Επεξεργασία

Στην πρώτη φάση, αντικείμενο της διαμάχης ήταν τα ζητήματα τα σχετικά με την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, σχετικά με τη γνώση του Θεού και με την θέαση του θείου φωτός[2].

Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ανδρόνικου Γ΄ εκδηλώθηκε μια θεολογική διαμάχη που αφορούσε στους κανόνες και στις πρακτικές μιας μικρής ομάδας μοναχών του Αγίου Όρους, γνωστών και ως ησυχαστών. Αυτοί ενδιαφέρονταν για την τελειοποίηση μιας μεθόδου προσευχής, η οποία μέσα σε συνθήκες ησυχίας έδινε στον αφιερωμένο μύστη μεγαλύτερη συναίσθηση του θείου (ακτίστου) φωτός. Ο πρώτος που επέκρινε τους ησυχαστές ήταν ο Βαρλαάμ, Έλληνας μοναχός από την Καλαβρία. Αρχικά, Βαρλαάμ και Γρηγόριος Παλαμάς πρωτοσυναντήθηκαν στα πλαίσια της συζήτησης περί ένωσης των δύο Εκκλησιών που πραγματοποιήθηκε επί Ανδρόνικου Γ' κατά τα έτη 1333 και 1334[3].

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Βαρλαάμ στη διαμάχη του με δύο Δομηνικανούς θεολόγους[α] που ο Πάπας απέστειλε στην Ανατολή για να προετοιμάσουν την ένωση των δύο Εκκλησιών[5] θορύβησαν τους Ιγνάτιο και Ιωσήφ Καλόθετο και Ισίδωρο Βουχερά οι οποίοι ενημέρωσαν σχετικά τον Παλαμά. Αυτός το 1335 συνέταξε δύο Αποδεικτικούς λόγους περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος που έθιγαν τα επιχειρήματα του Βαρλαάμ, ο οποίος για να αμυνθεί επέκρινε τον τρόπο άσκησης των μοναχών της Ανατολής. Τότε οι λόγιοι μοναχοί της Θεσσαλονίκης προσκάλεσαν τον Γρηγόριο Παλαμά να εξέλθει του Αγίου Όρους και να συμβάλει στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Το 1337 ο Παλαμάς ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Από το 1338 έως το 1341 συνέταξε σε τρεις τριάδες Λόγους υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων[6], ως απάντηση στις θέσεις του Βαρλαάμ.

Τον Οκτώβριο του 1340 ο Βαρλαάμ καταθέτει στη σύνοδο βιβλίο με τίτλο Κατά Μασσαλιανών[7]. Την άνοιξη του 1341 ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας προσκαλεί τον Παλαμά στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον κατηγορεί για παρασυναγωγή και θέλει τη διοικητική του τιμωρία. Όμως εκείνος προβάλλει την θεολογική διάσταση του ζητήματος, το οποίο θεωρεί ότι χρήζει συνοδικής αντιμετώπισης. Την άποψη αυτή αποδεχόταν και η αυτοκράτειρα Άννα, ενώ περίμεναν τον ερχομό του Ανδρόνικου Γ'[8].

Α΄ Ησυχαστική ΣύνοδοςΕπεξεργασία

Η Α΄ Ησυχαστική Σύνοδος συνεκλήθη την Κυριακή, 10 Ιουνίου του 1341[9]. Ο πατριάρχης-και όχι ο αυτοκράτορας, ο οποίος επικύρωσε την πρωτοβουλία του πατριάρχη[10]- συγκάλεσε τους αντιδίκους, όμως θεωρείται ότι μεροληπτούσε σε βάρος των μοναχών και του Παλαμά επειδή δεν τον προσκάλεσε προσωπικώς, αλλά ως Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, ενώ την πρόσκληση επέδωσε ο κατήγορος Βαρλαάμ, κάτι παράτυπο που αποφεύχθηκε μετά από παρέμβαση του Ακινδύνου, ο οποίος τελικά επέδωσε την πρόσκληση ο ίδιος[11]. Ήδη από τις προσυνοδικές συζητήσεις, ο Πατριάρχης και οι λοιποί αρχιερείς πληροφορήθηκαν τις θέσεις του Βαρλαάμ και μεταστράφηκαν υπέρ του Παλαμά, ενώ ο Βαρλαάμ προσπάθησε να αποφύγει τη συμμετοχή τους στις εργασίες της συνόδου διαπιστώνοντας την σε βάρος του αλλαγή του κλίματος, επικαλούμενος την απουσία του αυτοκράτορα[12].

Οι εργασίες της Συνόδου διήρκεσαν μία ημέρα. Συνεκλήθη στο ναό της Αγίας Σοφίας στα κατηχουμενεία, δηλαδή τα υπερώα του ναού[10]. Παρών ήταν τελικά ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ' ο Παλαιολόγος[β], ο Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης ΙΔ' Καλέκας, επίσκοποι, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι του Αγίου Όρους και της Κωνσταντινούπολης, κληρικοί, ο μέγας δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός, η σύγκλητος, κριτές καθολικοί της Πόλεως[14]. Η σύνοδος καταδίκασε τον Βαρλαάμ και αθώωσε τον Γρηγόριο Παλαμά και απαγόρευσε στον τελευταίο να ξαναθίξει το θέμα. Ο Βαρλαάμ ζήτησε συγγνώμη και έφυγε οριστικά για την Ιταλία. Η σύνοδος αυτή παρέμεινε ωστόσο σημείο έριδας σχετικά με τις λεπτομέρειές της[15].

Μετά την αναχώρηση του Παλαμά, η έριδα δεν σταμάτησε αλλά ανακινήθηκε από τον Γρηγόριο Ακίνδυνο, οπαδό των αρχών του Βαρλαάμ[16][17]. Ο Ακίνδυνος, η προσωπικότητα του οποίου δεν έχει ξεκαθαρίσει απολύτως,[18] αρχικά επιθυμούσε να συμφιλιώσει τους δύο αντιπάλους[19]. Αντιμαχόταν όχι την Αγιορείτικη πνευματικότητα, αλλά την παλαμική διάκριση μεταξύ ουσίας και ενέργειας[20].

Β΄ Ησυχαστική ΣύνοδοςΕπεξεργασία

Ο Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος πέθανε στις 14/15 Ιουλίου 1341 και ο ανήλικος Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος, τέθηκε υπό την επιτροπεία του μεγάλου δομέστικου Ιωάννη Καντακουζηνού και του μεγάλου δούκα Αλέξιου Απόκαυκου. Ο πατριάρχης και φίλος του Ακινδύνου αν και δεν το επιθυμούσε συγκάλεσε σύνοδο τον Ιούλιο του 1341 στην Αγία Σοφία με την παρουσία του Ιωάννη Καντακουζηνού, μελών της συγκλήτου και του Γρηγορίου Ακινδύνου και του Γρηγορίου Παλαμά. Η σύνοδος καταδίκασε προφορικά τον Γρηγόριο Ακίνδυνο.[21] Επειδή ο Ιωάννης Καντακουζηνός προήδρευσε στην τελευταία αυτή σύνοδο περιέπλεξε ακόμα πιο πολύ τα πράγματα: η βασιλεύουσα δυναστεία το εξέλαβε ως σφετερισμό αυτοκρατορικού προνομίου.

O Παλαμάς ήταν ενθουσιώδης υπερασπιστής των δικαιωμάτων του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος δεν ήταν ακόμα φίλος και υποστηρικτής του Παλαμά, να ενεργεί ως αντιβασιλέας της αυτοκρατορίας. Στο πρόσωπο της βασιλομήτορος Άννας έβλεπε τον «[...] κίνδυνο υποταγής στην Ρώμη».[22] Από την άλλη μεριά ο Καντακουζηνός είχε ταχθεί με το μέρος του Παλαμά τον Ιούνιο και τον Αύγουστο[23], αλλά όμως είχε μεγάλο γόητρο Παλαμάς ο πατριάρχης δεν μπορούσε να τον περιορίσει και του επιτράπηκε [24] να ζει σε μια στη μονή του Αγίου Μιχαήλ στο Σωσθένιο του Βοσπόρου.[22]

Β΄ φάση της ησυχαστικής έριδας: 1341-1347Επεξεργασία

Στην δεύτερη αυτή φάση κυριαρχούν οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις και ο Γρηγόριος Παλαμάς τελεί υπό διωγμό.[2] Αποφασίζει να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και μεταβαίνει στα μέσα του χειμώνα του 1341-1342 στην μονή των ουρανίων αρχιστρατήγων [25] Ο Καλέκας κατηγορεί τον Παλαμά για δογματικά ζητήματα και για μυστικές επαφές με τον Καντακουζηνό. Έτσι κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνσή του από την Κωνσταντινούπολη και στις αρχές Ιουνίου 1342 μεταβαίνει στην Ηράκλεια της Θράκης. Μετά τέσσερις μήνες τον επαναφέρουν στην βυζαντινή πρωτεύουσα.[26] Το 1343 ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας με την υποστήριξη του Ακινδύνου συνέλαβε τον Παλαμά και τον είχε υπό κράτηση [27] αρχικά σε μια μονή της Κωνσταντινούπολης, μετά για δυο μήνες στην Αγία Σοφία μαζί με δεκαέξι μονάχους και στη συνέχεια στα 1343 στις φυλακές των ανακτόρων.[28] Το 1344 ενδημούσα σύνοδος της Κωνσταντινούπολης τον έθεσε εκτός εκκλησιαστικής κοινωνίας επειδή παρερμήνευσε τον Τόμο του 1341 και επειδή δεν μνημόνευσε τον Πατριάρχη.[22] Ο μέγας δομέστικος Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός που ανήκε στην τάξη των πιο πλούσιων βυζαντινών γαιοκτημόνων θεωρούσε ότι έπρεπε να ανατεθεί στον ίδιο η αντιβασιλεία στη θέση του ανήλικου Ιωάννη Ε'. Ο Καντακουζηνός εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και κατέφυγε στο Διδυμότειχο, όπου προετοίμασε στάση ανακηρυσσόμενος αυτοκράτορας το 1341 και δεχόμενος το στέμμα το 1346. Παράλληλα γύρω από τους Παλαιολόγους σχηματίστηκε αντίσταση.

Γ' Ησυχαστική ΣύνοδοςΕπεξεργασία

Η Βασίλισσα Άννας της Σαβοΐας μπροστά στην προοπτική της νίκης του Ιωάννη Καντακουζηνού άφησε ελέυθερο τον Παλαμά [22] και συγκάλεσε στις 2 Φεβρουαρίου 1347 σύνοδο στο Βασιλικό Παλάτιο. Παρόντες ήταν η βασίλισσα με τον γιο της Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο, ο πρώτος του Αγίου Όρους, αγιορείτες μοναχοί, αρχιερείς, αρχιμανδρίτες, ηγούμενοι, η σύγκλητος. Η σύνοδος καταδίκασε τον Ακίνδυνο και καθαίρεσε τον Ιωάννη Καλέκα ως βαρλααμμίτη και ακινδυνόφρονα. Καρπός της Συνόδου ήταν ο Τόμος του 1347 ο οποίος συντάχθηκε και υπογράφηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1347. Νέος Πατριάρχης εξελέγη ο ο ησυχαστής Ισίδωρος Α', ο οποίος χειροτόνησε τον Γρηγόριο Παλαμά αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης.[29]

Γ΄ φάση της ησυχαστικής έριδας: 1347-1368Επεξεργασία

Τα Ζηλωτικά και ο ΠαλαμάςΕπεξεργασία

Στη Θεσσαλονίκη είχε εκδηλωθεί κίνημα κατά της ανάρρησης του Καντακουζηνού κατευθυνόμενη από του Ζηλωτές. Ήταν υποστηρικτές των Παλαιολόγων και πολέμιοι των Καντακουζηνών επειδή ήθελαν την ενίσχυση της κεντρικής κυβέρνησης, ενώ η Θεσσαλονίκη ήθελε αυτονομία.[30] Επειδή ο Παλαμάς ήταν φιλικά διακείμενος στον Καντακουζηνό, δεν έγινε δεκτός ως αρχιεπίσκοπος, παρά την κατοπινή συμφιλίωση των δύο αυτοκρατόρων. Έτσι, μετέβη ξανά στο Άγιον Όρος και κατόπιν στη Λήμνο, που ήταν αποίμαντη εκείνο το διάστημα και ανέλαβε έκτακτες ποιμαντικές μέριμνες. Στο νησί της Λήμνου συνέγραψε αρκετά από τα θεολογικά του έργα ενώ δίδαξε στους κατοίκους τον βίο και τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου μεριμνώντας παράλληλα για την ανακούφιση του πληθυσμού από την πανώλη. Ακολούθως επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.

Σε μια νέα προσπάθειά του να μεταβεί στην εκκλησιαστική έδρα του οι Ζηλωτές αξίωσαν να μην μνημονεύει τον Καντακουζηνό στη λειτουργία, αλλά αρνήθηκε και μόνο ύστερα από την κατάληψη της πόλης από τον Καντακουζηνό, μετά τρία έτη από τη χειροτονία του δηλαδή ο Παλαμάς εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη.[31] Εκφωνεί την ποιμαντική ομιλία του με τίτλο Περί της προς αλλήλους ειρήνης τρεις ημέρες μετά την είσοδό του στην πόλη. Τηρεί ίσες αποστάσεις από τις συγκρουόμενες μερίδες και αποδίδει την μεταξύ τους διαμάχη «στο μίσος που υπεισήλθε στις καρδιές των ανθρώπων συνεργεία του πονηρού» Ο Παλαμάς υπαινίσσεται πως οι έχοντες ήταν τα θύματα των μη εχόντων, οι κρείττονες του χείρονος μέρους. Όπως επισημαίνει ο Ευάγγελος Χρυσός, «με τις επισημάνσεις αυτές αγγίζει τα όρια της προσχώρησης στη μια από τις εμφύλιες παρατάξεις[...]»[32] Για τον Παλαμά αιτία της διχόνοιας είναι η αμαρτία, ο αρχηγός της κακίας ενοικεί στους στασιάρχες και στασιαστές καθιστώντας τους ανυπάκουους στους επίγειους βασιλείς κάτι που συνιστά βαρύτατο ολίσθημα.[33] Αφού εκφωνεί τον ενωτικό λόγο του, οι εχθροί και οι αντίπαλοί του που του είχαν δημιουργήσει τόσα προβλήματα σπεύδουν, σύμφωνα με τον Φιλόθεο Κόκκινο, με δάκρυα στα μάτια να ζητήσουν συγγνώμη.[34] Για τον πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Μεταλληνό «Μετά την πτώση των Ζηλωτών, προς τους οποίους ο Παλαμάς φάνηκε ειρηνικός, ο Λαός τον δέχθηκε στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 1350) με πανηγυρισμούς. Ο Παλαμάς καταδίκασε τα εγκλήματα, που είχαν διαπραχθεί από τους Ζηλωτές, αλλά εισήλθε ως ειρηνευτής στη Θεσσαλονίκη,»[35]

Δ΄ Ησυχαστική ΣύνοδοςΕπεξεργασία

Νέος πολέμιος του Παλαμά αναδεικνύεται ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Ο Ισίδωρος Α' Κωνσταντινουπόλεως δίνει τη θέση του στον Κάλλιστο Α' ο οποίος συγκαλεί σύνοδο για την οριστική επίλυση του ζητήματος. Στη σύνοδο αυτή πολέμιοι του Παλαμά ήταν οι μητροπολίτες Ματθαίος Εφέσου, ο Γάνου Ιωσήφ, και ο μοναχός Νικηφόρος Γρηγοράς. Η σύνοδος συνεκλήθη το 1351 μεταξύ 17 Μαΐου και Ιουλίου/Αυγούστου σε δύο φάσεις: η πρώτη σε πέντε συνεδρίες στο αλεξιακό τρίκλινο των Βλαχερνών, με την παρουσία του Ιωάννη Καντακουζηνού ο οποίος και προήδρευε και η δεύτερη στο ναό της Αγίας Σοφίας μόνο με τα μέλη της συνόδου και πρόεδρο τον πατριάρχη. Η σύνοδος αυτή ενέκρινε τη διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά και ο Ακίνδυνος καταδικάστηκε. Οι δύο μητροπολίτες Ματθαίος Εφέσου και Γάνου Ιωσήφ καθαιρέθηκαν, οι οπαδοί τους αφαιρέθηκαν μεταξύ των οποίων και ο Γρηγοράς, ο οποίος περιορίσθηκε στην μονή της Χώρας.[36] Οι αποφάσεις της συμπεριλήφθηκαν στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, κάτι που πιστοποιούσε πως ήταν «δεσμευτικές και έγκυρες»[37] Την σημασία της Συνόδου του 1351 υπογραμμίζει η πρόταση των πανεπιστημιακών θεολόγων Στυλιανού Παπαδόπουλου και Αθανάσιου Γέβτιτς να συναριθμηθεί στις οικουμενικές συνόδους της Ορθόδοξης Εκκλησίας.[38] Δεν έλειψαν όμως και οι αντιδράσεις σε βάρος των αποφάσεων της συνόδου: σύμφωνα με τον Γρηγορά, ο μητροπολίτης Κιέβου Θεόγνωστος απέρριψε τους τόμους του Παλαμά ως εκφράζοντες ελληνικήν πολυθεΐαν ενώ συνέταξε ανασκευές των έργων του. Όμως οι σύγχρονες πηγές των γεγονότων δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο.[39]

Ε΄ Ησυχαστική ΣύνοδοςΕπεξεργασία

Το 1368 η έριδα ανανεώθηκε με τον μοναχό του Αγίου Όρους Πρόχορο Κυδώνη, ο οποίος καταγγέλθηκε στον νέο Πατριάρχη Φιλόθεο ως οπαδός του Βαρλαάμ και του Ακινδύνου. Η σύνοδος του 1368 καταδίκασε τον Πρόχορο και αναγνώρισε τον Γρηγόριο Παλαμά ως άγιο της Εκκλησίας.[40]

ΕπιδράσειςΕπεξεργασία

H ησυχαστική έριδα: θεολογικο-φιλοσοφικές διαστάσεις και παράμετροιΕπεξεργασία

Στις πηγές οι απαρχές της σύγκρουσης επικεντρώνεται στην έννοια των όρων αποδεικτικός και διαλεκτικός που αφορούν την γνώση του Θεού. Οι όροι χρησιμοποιήθηκαν στην αντιλατινική πολεμική του Βαρλαάμ για το θέμα του filioque.[41] O Βαρλαάμ πίστευε πως οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι δεν διέφεραν και πολύ από τους φωτισμένους από τη χάρη χριστιανούς, επειδή κι αυτοί φωτίζονταν ενίοτε από το Θεό. Η ανθρώπινη θεολογική σκέψη ήταν ανεπαρκής ενώ η γνώση του Θεού, ως πραγματική προσωπική εμπειρία του θείου, ήταν αδύνατη. Όσον αφορά για τη βίωση της θέας του Θεού για την οποία διατείνονταν οι μοναχοί, ο Βαρλαάμ το θεωρούσε ως κοσμικό φαινόμενο και όχι θείο ή άκτιστο φως, αφού σε τελική ανάλυση ο Θεός είναι απρόσιτος. Όσον αφορά τις σωματικές ασκήσεις τις χαρακτήριζε ως ομφαλοσκοπία.[42] Οι θεολογικές προϋποθέσεις της έριδας εντοπίζονται εν μέρει στην Τριαδολογία του Αυγουστίνου και στον αριστοτελισμό της θεολογίας του Θωμά Ακινάτη. Η ασαφής διάκριση μεταξύ της αΐδιας ύπαρξης και της οικονομικής φανέρωσης των προσώπων της Αγίας Τριάδος που εντοπίζεται στον Αυγουστίνο και η διδασκαλία του Θωμά Ακινάτη, ότι ο Θεός είναι απλός, actus purus, καθαρή ενέργεια =καθαρό είδος, κινούνται στον αντίποδα της διάκρισης που κάνει ο Παλαμάς μεταξύ ουσίας και ενεργειών.[43]

Η ησυχαστική έριδα και οι πολιτικοκοινωνικές διαστάσεις τηςΕπεξεργασία

Η πολιτική και κοινωνική ρευστότητα της περιόδου ενθάρρυνε τη στροφή προς το μεταφυσικό και η ησυχαστική έριδα μπορεί να ιδωθεί και υπό αυτό το πρίσμα[44]. Για τον Μαρξιστή βυζαντινολόγο Τηλέμαχο Λουγγή, τον ησυχασμό υποστήριζαν οι φεουδάρχες της επαρχίας. Η ελληνορθόδοξη φεουδαρχική αριστοκρατία με αρχηγό τον Ιωάννη Καντακουζηνό, ενίσχυε τις φυγόκεντρες τάσεις, προσδίδοντάς τους ιδεολογική κάλυψη με το κίνημα του ησυχασμού[45].

ΑποτίμησηΕπεξεργασία

Η ησυχαστική έριδα έδωσε την ευκαιρία να συστηματοποιηθεί και να αναπτυχθεί η θεολογία του Ησυχασμού και να βρεθούν επιχειρήματα για να απαντηθούν οι κατηγορίες των κακόβουλων και των αιρετικών. Ο ρόλος σε αυτήν των διαφόρων πρωταγωνιστών της έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως:[46] η νέα άνθηση του βυζαντινού μυστικισμού που ταράσσει τους κύκλους της βυζαντινής διανόησης του 14ου αιώνα κινείται στον αντίποδα της περιρρέουσας πολιτικής κατάπτωσης της ύστερης βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όπως σχολιάζει ο Γεώργιος Μαντζαρίδης, «όσο λιγόστευε η ασφάλεια της επίγειας βασιλείας […]τόσο μεγάλωνε η αναζήτηση της υπερβατικής βασιλείας. Όσο κλονιζόταν η εμπιστοσύνη στην επιφάνεια της θρησκευτικής ζωής, τόσο ενισχυόταν η αναφορά στην εσωτερική διάσταση και στη μυστική εμπειρία».[47]

Η Ησυχαστική έριδα υπήρξε η προτελευταία μεγάλη πολιτιστική έκφραση του Βυζαντίου, καθώς τελευταία θα ήταν εκείνη που προηγήθηκε λίγο προ της άλωσης, η οποία είχε καταλήξει στην σύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας.[48] Οι λόγιοι της εποχής κινούνται σε ατομικιστικό επίπεδο, αποκομμένοι από την πολιτική κατάσταση της εποχής.[49] Η ησυχαστική έριδα καταδείκνυε πως το βυζαντινό μοναστήρι παρέμενε εστία σημαντικής θεολογικής δημιουργικότητας και παραγωγικότητας και όχι οι κοσμικοί ουμανιστικοί κύκλοι του βυζαντίου ή οι συντηρητικοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας.[50]

Οι ησυχαστικές έριδες έφεραν στην επιφάνεια το παλαιότερο δίλημμα που απασχολούσε τον βυζαντινό πολιτισμό για αρκετούς αιώνες πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα και που αφορούσε την βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου και της κοινωνίας: Αθήνα ή Ιερουσαλήμ, Ακαδημία ή Ευαγγέλιο, αρχαία σοφία ή αμεσότητα της χριστιανικής μυστικής γνώσης.[51] Επρόκειτο για μια σύγκρουση ανάμεσα στο Θεό των Μυστικών και στο Θεό των φιλοσόφων.[52] Τελικά και μετά τη νίκη των ησυχαστών εξακολούθησε η συνύπαρξη μιας μοναστικής θεολογίας και ενός ουμανισμού κοσμικού προσανατολισμού.[53] Η υιοθέτηση του ησυχασμού είχε για τη βυζαντινή αυτοκρατορία όχι μόνο θρησκευτική αλλά και γενικότερη πολιτισμική σημασία: όπως επισημαίνει ο βυζαντινολόγος Γεώργιος Οστρογκόρσκυ, «ύστερα από την έντονη επίδραση της Δύσεως που είχε σημειωθεί το δωδέκατο και δέκατο τρίτο αιώνα η συντηρητική ελληνική παράδοση κυριάρχησε στο Βυζάντιο στο πρώτο μισό του δέκατου τέταρτου αιώνα. Ήταν η παράδοση που απέρριπτε τελείως όχι μόνο τη Ρωμαϊκή Εκκλησία, αλλά και το δυτικό πολιτισμό.» [54] Με αυτήν την άποψη διαφοροποιείται ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Μάγεντορφ ο οποίος αναφέρει ότι «[...]θα ήταν σφάλμα να[...] περιορίσουμε τη στάση του (ενν. μοναχισμού) σ΄ένα αντιλατινισμό». Ο Ιωάννης Καντακουζηνός υποστηρικτής του Παλαμά συνηγορούσε υπέρ μιας ενωτικής συνόδου με τη Ρώμη, ο Παλαμάς είχε αναπτύξει τη θεολογία του για τις ενέργειες με τρόπο παρόμοιο προς εκείνον του Γρηγορίου Κυπρίου, ο οποίος είχε δεχθεί την αιώνια εκπόρευση του Πνεύματος από τον Θεό, ενώ σχετιζόταν με τους Γενουάτες του Γαλατά και τους Ιωαννίτες της Ρόδου, κατά πληροφορία του Γρηγορίου Ακινδύνου. Η ανοικτότητα προς την Δύση δεν ήταν παρά «πρόσκληση για διάλογο, όχι για συνθηκολόγηση».[55] Όπως επίσης επισημαίνει ο Γιώργος Αραμπατζής, «H ησυχαστική τάση δεν κάλυπτε όλη την ακραιφνώς ορθόδοξη μερίδα των λογίων όπως η εθνική αφύπνιση δεν εξέφραζε μόνο την αντιμυστική μερίδα. Αντίπαλος του Παλαμά ήταν ο Bαρλαάμ, ορθόδοξος στην αρχή και κατόπιν καθολικός, ο Δημήτριος Κυδώνης, φίλος του υποστηρικτή του Παλαμά Ιωάννη Καντακουζηνού αλλά μετά προσήλυτος στη Ρώμη και, ακόμη, ο Nικηφόρος Γρηγοράς, αμείλικτος εχθρός του Βαρλαάμ αλλά και σφοδρός πολέμιος της Ρώμης»[56]

Η νίκη των ησυχαστών προώθησε τις υπερεθνικές επαφές μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων και ενθάρρυνε περισσότερες νέες μεταφράσεις βυζαντινών κειμένων στα σλαυικά.[57] Έτσι στα τέλη του 14ου αιώνα η πράξη και η θεολογία του βυζαντινού ησυχασμού είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη την ορθόδοξη ανατολική Ευρώπη: Μόσχα, Κιλιφάρεβο, Οχρίδα, Πέτς, Παρόρια, Τισμανία και Τίρνοβο.[58] Έτσι ο Νείλος Σόρσκι (1433-1508) συνεχίζει την ησυχαστική παράδοση στη Ρωσία.[59]

Η νίκη των ησυχαστών έφερε περισσότερους μοναχούς σε ανώτερα εκκλησιαστικά αξιώματα, που τα μονοπωλούν ησυχαστές παλαμικοί κατά τον 14ο αιώνα.[60] Το Άγιον Όρος προσέφερε έξι πατριάρχες κατά τον 14ο αιώνα[61].

Η άποψη ότι η Παλαμική θεολογία και γενικά ο ησυχασμός «[...] είχε στραγγαλιστική επίδραση πάνω στο καλλιτεχνικό ύφος»-μάλιστα ο Γρηγόριος Παλαμάς κατηγορήθηκε για εικονοκλασία-θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της γενικής αποθάρρυνσης που ασκούσε ο μοναστικός ασκητισμός στις δαπανηρές και πολυτελείς εικονογραφήσεις των ναών και η καταφυγή στη νοερά προσευχή έκανε τις εικονογραφήσεις αυτές περιττές. Σε κάθε περίπτωση η παλαμική θεολογία δεν αμφισβητούσε τη νομιμότητα της χριστιανικής τέχνης.[62]

Υποσημειώσεις και παραπομπέςΕπεξεργασία

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Επρόκειτο για τους Francesco da Camerino και Ricardo[4].
  2. Κατά τους Μάγιεντορφ και Χρήστου ως πρόεδρος, άποψη που όμως απορρίπτεται επειδή οι μαρτυρίες είναι μεταγενέστερες και αναξιόπιστες, ενώ η κανονική παράδοση προέβλεπε να προεδρεύει ενδημουσών συνόδων ο εκάστοτε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης και η άποψη της συμπροεδρίας πατριάρχη και αυτοκράτορα απορρίπτεται[13]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τομ. 3ος, μτφρ.Ιωάννης Παναγόπουλος, εκδ.Ιστορικές εκδόσεις Στεφ.Βασιλόπουλος, Αθήνα,1993, σελ. 161
  2. 2,0 2,1 2,2 Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών , Ιερά Μονή Βλατάδων , 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.62
  3. Χρήστου (1964), στ. 778.
  4. Hans-Georg Beck, Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, τόμ. 2ος. Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα, 2004, σελ. 201
  5. John Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση, μτφρ. Ελευθέριος Μάινας, εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1989, σελ. 107
  6. John Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η ορθόδοξη μυστική παράδοση, μτφρ. Ελευθέριος Μάινας, εκδ.Ακρίτας, Αθήνα, 1989, σελ.114
  7. Κουτσούρης, σελ. 54.
  8. Νικόλαος Κατσιαβριάς, Η κοσμοαντίληψη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359): κοσμικές και θεολογικές προσεγγίσεις το 14ο αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), σελ. 32
  9. Κουτσούρης, σελ. 70.
  10. 10,0 10,1 Κουτσούρης, σελ. 69.
  11. Κουτσούρης, σελίδες 60–61.
  12. Κουτσούρης, σελίδες 63–64.
  13. Κουτσούρης, σελίδες 75–78.
  14. Κουτσούρης, σελίδες 71–75.
  15. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 435
  16. Νικόλαος Κατσιαβριάς, Η κοσμοαντίληψη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359): κοσμικές και θεολογικές προσεγγίσεις το 14ο αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), σελ. 32-33
  17. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Ιερά Μονή Βλατάδων, 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.62-63
  18. Μίλτων Ανάστος, «Θεολογία: ο Ησυχασμός και η καταξίωσή του από την Ανατολική Εκκλησία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Θ, (1980),Εκδοτική Αθηνών, σελ.376
  19. Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τόμ. 3ος, μτφρ.Ιωάννης Παναγόπουλος, Ιστορικές εκδόσεις Στεφ.Βασιλόπουλος, Αθήνα,1993, σελ. 209
  20. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 435
  21. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών , Ιερά Μονή Βλατάδων , 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.63-64
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 Χρήστου (1964), στ. 779.
  23. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 436
  24. Donald Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261-1453, μτφρ. Στάθης Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ. 336
  25. Σταύρος Κουρούσης, «Γρηγορίου του Παλαμά τέσσαρες ανέκδοτοι επιστολαί προς Άγιον Όρος»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ,32 (1963) σελ.334
  26. Σταύρος Κουρούσης, «Γρηγορίου του Παλαμά τέσσαρες ανέκδοτοι επιστολαί προς Άγιον Όρος»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ,32 (1963) σελ.335
  27. Donald Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261-1453, μτφρ. Στάθης Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ. 336-337
  28. Σταύρος Κουρούσης, «Γρηγορίου του Παλαμά τέσσαρες ανέκδοτοι επιστολαί προς Άγιον Όρος»,Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ,32 (1963) σελ.335-336
  29. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Ιερά Μονή Βλατάδων, 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 64· Χρήστου (1964), στ. 779
  30. Donald Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261-1453, μτφρ. Στάθης Κομνηνός, εκδ.Παπαδήμας, Αθήνα, 1996, σελ. 309-310
  31. Χρήστου (1964), στήλες 780–781.
  32. Ευάγγελος Χρυσός, «Σχόλια για το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη», σελ.709-710 [1]
  33. Κωνσταντίνος Π. Κωτσιόπουλος, Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349). Ιστορική, Θεολογική και κοινωνική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 216
  34. Κωνσταντίνος Π. Κωτσιόπουλος, Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349). Ιστορική, Θεολογική και κοινωνική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 144
  35. Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, «Ησυχαστές και Ζηλωτές Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα»[2]
  36. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών , Ιερά Μονή Βλατάδων , 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.64-65
  37. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 439
  38. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών , Ιερά Μονή Βλατάδων , 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.65
  39. Κουτσούρης, σελ. 266.
  40. Βασίλειος Σταυρίδης, «Ο συνοδικός θεσμός εις την Εκκλησίαν της Θεσσαλονίκης (ΙΑ'-ΙΕ' Αιώνες)», στο: Δ'Επιστημονικό Συμπόσιο, Χριστιανική Θεσσαλονίκη: Από της εποχής των Κομνηνών μέχρι και της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Οθωμανών (1430) (11ος-15ος μ.Χ), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών , Ιερά Μονή Βλατάδων , 29-31 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.65
  41. Κουτσούρης, σελίδες 39–40, Ιωάννης Μάγιεντορφ,«Η Υπεράσπιση των ιερώς ησυχαζόντων του Αγ.Γρηγορίου Παλαμά», στο: του ιδίου, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Δημήτρης Μόσχος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1990, σελ.215 Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003,sel. 432
  42. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 432-433
  43. Γεώργιος Μαρτζέλος, «Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς και η νεώτερη δυτική θεολογία», στο: του ιδίου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Β', εκδ.Π.Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 2000, σελ.154
  44. Γεώργιος Μαντζαρίδης, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού,εκδ. Α/φοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη, 1990, σελ.125
  45. Τηλέμαχος Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας τομ.Β (1204-1453),εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011, σελ. 125-126
  46. Μια απογραφή των κυριότερων προσεγγίσεων στο: Γιώργος Αραμπατζής, «Μορφές διανόησης του ύστερου Βυζαντίου και ο Γρηγόριος Παλαµάς. Τυπολογική Κριτική», Παιδαγωγικός Λόγος, ΙΣΤ΄/1, 2010, σελ. 87-103.
  47. Γεώργιος Μαντζαρίδης, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, εκδ. Αφοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη, 1990, σελ.125
  48. Θεόδωρος Αγατιανός, Ο Βυζαντινός ησυχασμός σε αντιπαράθεση με την θεολογία της δύσης. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς-αντιησυχαστές, Α.Π.Θ., Θεολογική Σχολή-τμ.Ποιμαντικής και κοινωνικής θεολογίας, Θεσσαλονίκη, 2015, σελ.138
  49. Γιώργος Αραμπατζής, «Μορφές διανόησης του ύστερου Βυζαντίου και ο Γρηγόριος Παλαµάς. Τυπολογική Κριτική», Παιδαγωγικός Λόγος, ΙΣΤ΄/1, 2010, σελ. 88 κ.εξ
  50. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 279
  51. John Meyendorff,«Νίκη των Ησυχαστών στο Βυζάντιο: ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες», στο: του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.143
  52. Κάρεν Άρμστρονγκ, Η ιστορία του Θεού, μτφρ. Φώτης Τερζάκης,εκδ.Φιλιστωρ, Αθήνα, 2002, σελ. 379
  53. John Meyendorff,«Νίκη των Ησυχαστών στο Βυζάντιο: ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες», στο: του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.150
  54. Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τομ. 3ος, μτφρ. Ιωάννης Παναγόπουλος, εκδ.Ιστορικές εκδόσεις Στεφ.Βασιλόπουλος, Αθήνα,1993, σελ. 218
  55. John Meyendorff,«Νίκη των Ησυχαστών στο Βυζάντιο: Ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες», στο έργο του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.148-149
  56. Γιώργος Αραμπατζής, «Μορφές διανόησης του ύστερου Βυζαντίου και ο Γρηγόριος Παλαµάς. Τυπολογική Κριτική», Παιδαγωγικός Λόγος, ΙΣΤ΄/1, 2010, σελ.91-92
  57. John Meyendorff,«Νίκη των Ησυχαστών στο Βυζάντιο: ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες», στο: του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.138
  58. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 460
  59. Κουτσούρης, σελ. 267.
  60. Αριστείδης Παπαδάκης, John Meyendorff, Η Χριστιανική Ανατολή και η άνοδος του Παπισμού. Η Εκκλησία από το 1071 ως το 1453, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003, σελ. 458
  61. Franz Dölger, «Το Άγιον Όρος και η σημασία αυτού διά την Βυζαντινήν ιστορίαν», στο:Πανηγυρικός Τόμος Εορτασμού της εξακοσιαστής επετείου του θανάτου του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης 1359-1959 (επιμ. Παναγιώτης Χρήστου), εν Θεσσαλονίκη, 1960, σελ.98
  62. Ιωάννης Μέγεντορφ,«Πολιτιστικοί δεσμοί: Βυζάντιο, Νότιοι Σλαύοι και Ρωσία», στο: του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.90,94-95

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Κουτσούρης, Δημήτριος (1997). Σύνοδοι και θεολογία για τον ησυχασμό. Αθήνα: Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας. 
  • Θεόδωρος Αγατιανός, Ο Βυζαντινός ησυχασμός σε αντιπαράθεση με την θεολογία της δύσης. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς-αντιησυχαστές, Διπλωματική εργασία, Α.Π.Θ., Θεολογική Σχολή-τμ.Ποιμαντικής και κοινωνικής θεολογίας, Θεσσαλονίκη, 2015 [3]
  • Steven Runciman, H τελευταία βυζαντινή αναγέννηση, μτφρ.Λάμπρος Καμπερίδης, εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1991
  • Hans-Georg Beck, Ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μτφρ.Λευτέρης Αναγνώστου, τομ. 2ος εκδ. Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα, 2004
  • Ιωάννης Μέγεντορφ, «Νίκη των Ησυχαστών στο Βυζάντιο: ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες», στο: του ιδίου, Βυζάντιο και Ρωσία. Μελέτη των Βυζαντινο-ρωσικών σχέσεων κατά τον 14ο αιώνα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, εκδ.Δόμος, Αθήνα, 1988, σελ.137-164
  • Μίλτων Ανάστος, «Θεολογία: ο Ησυχασμός και η καταξίωσή του από την Ανατολική Εκκλησία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Θ, (1980),Εκδοτική Αθηνών, σελ. 375-376
  • Μιχάλης Μακράκης, Ιστορία της φιλοσοφίας της θρησκείας, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1994
  • Τηλέμαχος Λουγγής, Επισκόπηση Βυζαντινής Ιστορίας τομ.Β (1204-1453), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2011
  • Γεώργιος Μαντζαρίδης, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, εκδ. Α/φοί Κυριακίδη,Θεσσαλονίκη, 1990
  • Steven Fanning, Οι μυστικοί της Χριστιανικής παράδοσης, μτφρ. Θεοδώρα Δαρβίρη, εκδ.Ενάλιος, Αθήνα, 2005
  • Κάρεν Άρμστρονγκ, Η ιστορία του Θεού, μτφρ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 2002
  • Πρωτοπροσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, «Η περί φωτός διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά», στο:Επιστημονικό Συμπόσιο Χριστιανική Θεσσαλονίκη (9ο : 1995 : Θεσσαλονίκη, Ελλάς) Χριστιανική Θεσσαλονίκη : η Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων : Λ' Δημήτρια Πρακτικά Θ' Επιστημονικού Συμποσίου, Ιερά Μονή Βλατάδων, 12-14 Οκτωβρίου 1995, σελ.29-39
  • Κωνσταντίνος Π. Κωτσιόπουλος, Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349). Ιστορική, Θεολογική και κοινωνική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη, 1997
  • Νικόλαος Κατσιαβριάς, Η κοσμοαντίληψη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359): κοσμικές και θεολογικές προσεγγίσεις το 14ο αιώνα. Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών-ΕΚΠΑ, 2001, σελ. 31