Άνοιγμα κυρίου μενού

Η Θερινή Επίθεση του Κερένσκυ, γνωστή και ως Ιουλιανή Επίθεση, ήταν η τελευταία ρωσική επίθεση του Α’ΠΠ, κατά το καλοκαίρι του 1917. Στην επιχείρηση συμμετείχε και το βασίλειο της Ρουμανίας.

Ιστορικό πλαίσιοΕπεξεργασία

Η επίθεση διατάχθηκε από τον υπουργό Πολέμου της Προσωρινής Ρωσικής Κυβέρνησης, Αλέξανδρο Κερένσκυ, και είχε επικεφαλής τον στρατηγό Μπρουσίλωφ. Η απόφαση για την επιχείρηση αυτή υπήρξε ατυχής, καθότι μετά την Φεβρουαριανή Επανάσταση η οποία οδήγησε στη παραίτηση του τσάρου Νικολάου Β’, η κατάσταση στη χώρα και ιδιαιτέρως στο στράτευμα ήταν έκρυθμη με έντονη τη λαϊκή απαίτηση για ειρήνη.

Η πειθαρχία στο ρωσικό στράτευμα είχε φτάσει σε κρίσιμο σημείο μετά την τσαρική παραίτηση. Η υπ’ αριθ. 1 Διαταγή των Σοβιέτ του Πέτρογκραντ αποδυνάμωσε σημαντικά τη δικαιοδοσία των αξιωματικών δίνοντας υπερεξουσίες στους στρατιώτες των Επιτροπών. Η κατάργηση της θανατικής ποινής ήταν ένας επιπρόσθετος παράγοντας για τη χαλάρωση της πειθαρχίας καθώς και η παρουσία στο μέτωπο επαναστατών ταραχοποιών οι οποίοι δημιουργούσαν ατμόσφαιρα ηττοπάθειας.

Οι διαδηλώσεις και οι λιποταξίες ήταν σύνηθες φαινόμενο, ενώ πλήθαιναν οι βιαιοπραγίες εναντίον των αξιωματικών, που έφθαναν έως και τη δολοφονία. Κάτω από τις συνθήκες αυτές θα ήταν εύλογη η αναδίπλωση των στρατευμάτων προκειμένου να αναδιοργανωθούν και να αποκατασταθεί το ηθικό. Αντ΄αυτού όμως, η Κυβέρνηση Κερένσκυ επέλεξε να εξαπολύσει ευρεία επίθεση, αποσκοπώντας σε μια αποφασιστική νίκη η οποία θα θεράπευε όλα τα σφάλματα του παρελθόντος.

Η επίθεσηΕπεξεργασία

Το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου του 1917,με τον ρωσικό στρατό να επιτίθεται εναντίον των Αυστρο-Ουγγρικών και Γερμανικών δυνάμεων στη Γαλικία στο ύψος του Λβωφ. Στην αρχική ρωσική επιτυχία συνέβαλε σημαντικά ο σφοδρός βομβαρδισμός των εχθρικών θέσεων, τέτοιος που δεν είχε το προηγούμενό του στο ανατολικό μέτωπο. Το αρχικό ρήγμα όμως που ανοίχτηκε στις αυστριακές γραμμές δεν παρουσίασε πρόοδο, ενώ οι Γερμανοί αντέστησαν στον βομβαρδισμό, και στην επίθεση του ρωσικού πεζικού που ακολούθησε προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους. Η εξέλιξη αυτή έβλαψε ανεπανόρθωτα το ηθικό του στρατεύματος, και κάποιες παροδικές επιτυχίες οφείλονταν σε ενέργειες του ιππικού, του πυροβολικού και των ειδικών Ταγμάτων Ανάσχεσης που είχε συστήσει ο στρατηγός Λαβρ Κορνίλωφ. Τα υπόλοιπα τμήματα, στο μεγαλύτερο μέρος τους αρνούνταν να υπακούσουν στις διαταγές, πριν να τεθούν προς συζήτηση από επιτροπή. Αλλά ακόμη και αν η απόφαση της επιτροπής έβγαινε θετική, ήταν πλέον αργά για να έχει κάποια χρησιμότητα.

Έτσι, η ρωσική επίθεση κατέρρευσε τελείως περί τα μέσα Ιουλίου. Στις 19 του ίδιου μήνα οι Κεντρικές Δυνάμεις ανέλαβαν αντεπίθεση η οποία, με την ασήμαντη αντίσταση που συνάντησαν, προέλασαν ταχέως μέσω της Γαλικίας δημιουργώντας ρήγμα 250 χιλιομέτρων. Μοναδικός περιορισμός για τα εισβάλλοντα στρατεύματα ήταν πλέον η υπερβολική επιμήκυνση της γραμμής τροφοδοσίας[1].

ΕπακόλουθαΕπεξεργασία

Η καταστροφική κατάληξη της Θερινής Επίθεσης εξασθένησε σε κρίσιμο σημείο την Προσωρινή Κυβέρνηση, και η προοπτική ενός μπολσεβικικού πραξικοπήματος γινόταν όλο και πιο πιθανή. Βοήθησε επίσης να ξεσπάσουν ένοπλες διαδηλώσεις εργατών και στρατιωτών στο Πέτρογκραντ, γνωστές ως Ημέρες του Ιουλίου. Μια τελευταία μάχη δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1917 για τη Ρίγα, την οποία και κατέλαβαν οι Γερμανοί, αφού τα ρωσικά στρατεύματα αρνούμενα να υπερασπίσουν την πόλη, ετράπησαν σε φυγή.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Livesy, The Viking Atlas of World War I (1994) p.134