Ο Θωμάς Νάσης (αλβ.: Thoma Nasi ή Nashi, Nassi, Nasji, Δάρδα Κορυτσάς, 2 Μαρτίου 1892 - Βοστώνη, 21 Δεκεμβρίου 1964) ήταν μαέστρος, συνθέτης και ακτιβιστής της αλβανικής ομογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΒίοςΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στη Δάρδα της Κορυτσάς και όπως πολλοί άλλοι νέοι της επαρχίας του, όταν ήταν 6 ετών, ο Νάσης μετανάστευσε αρχικά στην Ελλάδα και στη συνέχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με την οικογένειά του το 1914. Μόλις αφίχθη στις ΗΠΑ άρχισε να εργάζεται για μια εταιρεία χαρτιού στην πολιτεία του Μέιν. Σε ηλικία 26 ετών αποφοίτησε στο Ωδείο της Νέας Αγγλίας στη Βοστώνη για σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας. Εργάστηκε με σύμβαση ως φλαουτίστας με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης.

Κατά τα έτη 1915-1916 ίδρυσε δύο ορχηστρικά σχήματα με Αλβανούς της Αμερικής, το σύνολο μαντολίνων «Δωδώνη» και το εθνικό συγκρότημα του συλλόγου «Εστία» (αλβανικά: Vatra). Επικεφαλής του τελευταίου, το 1920, μετέβη στην Αλβανία για να συμμετάσχει στον πόλεμο της Αυλώνας, όπου προέκυψε και το πολύ διάσημο αλβανικό άσμα «Αυλώνα, Αυλώνα!» (αλβανικά: Vlora, Vlora!), σε στίχους του Αλή Ασλάνη. Πέρασε τα χρόνια 1920-1925 στην Κορυτσά, αφιερώνοντας όλες τις ενέργειές του στη μουσική δραστηριότητα. Εκεί συνέθεσε μερικά λυρικά τραγούδια και μερικά μικρά κομμάτια για φλάουτο / βιολί και πιάνο, όπως: «Η φλογέρα του βοσκού», «Το αηδόνι», «Μοιρολόι», «Τέσσερις χοροί» κ.λπ. Το 1925, ο βασιλιάς Ζώγου του ανέθεσε την οργάνωση του μουσικού βίου και της μουσικής εκπαίδευσης στην Αλβανία.

Ο Θωμάς Νάσης εγκατέλειψε οριστικά την Αλβανία το 1926 και εγκαταστάθηκε ξανά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συνέχισε να εργάζεται ως διευθυντής ορχήστρας της αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μασαχουσέτη[1].

ΠηγέςΕπεξεργασία