Άνοιγμα κυρίου μενού
Τα Ώλαντ στον παγκόσμιο χάρτη
Τα νησιά Ώλαντ (Μεγαλύτερος χάρτης)

H Κρίση των Ώλαντ (Φινλανδικά: Ahvenanmaan kysymys, Σουηδικά: Ålandsfrågan) ήταν μια διπλωματική κρίση μεταξύ Φινλανδίας και Σουηδίας για την κυριότητα επί των σουηδόφωνων νήσων Ώλαντ, που ανήκαν στη Φινλανδία. Τη διένεξη κατάφερε να επιλύσει η νεότευκτη Κοινωνία των Εθνών το 1921 με τον εξής συμβιβασμό: τα νησιά παρέμειναν στην επικράτεια της Φινλανδίας, αλλά στους Σουηδούς κατοίκους δόθηκε υψηλός βαθμός διοικητικής αυτονομίας και διεθνείς εγγυήσεις για τη γλώσσα και τον πολιτισμό των νησιωτών εξασφάλισαν την αποφυγή της αφομοίωσης από τους Φινλανδούς. Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε την πρώτη διεθνή παρέμβαση και επιτυχία της ΚΤΕ και απάλειψε μια μείζονα πηγή έντασης ανάμεσα στις δύο χώρες[1].

Το 1809 τα σουηδόφωνα νησιά Ώλαντ είχαν παραχωρηθεί από τη Σουηδία στο νεοσυσταθέν Μέγα Δουκάτο της Φινλανδίας, το οποίο αποτελούσε προτεκτοράτο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου συμφωνήθηκε η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, μέσω των οποίων η Ρωσία παλαιότερα ήταν σε θέση να απειλεί το βρετανικό εμπόριο. Ωστόσο η Ρωσία εγκατέστησε βάση υποβρυχίων στα νησιά κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που χρησιμοποιήθηκε από την Αγγλία και τη Ρωσία. Το Δεκέμβρη του 1917, εν μέσω της Ρωσικής Επανάστασης, η Φινλανδία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της, διατηρώντας τα Ώλαντ στην επικράτεια της, ως κληρονόμος του Μεγάλου Δουκάτου. Από την πλευρά τους οι νησιώτες διατράνωναν την επιθυμία τους να επιστραφούν τα νησιά στη Σουηδία, ανησυχώντας για την όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από τη Φινλανδία. Κατά τη διάρκεια του φινλανδικού εμφυλίου πολέμου η Σουηδία έστειλε στα νησιά μια μικρή ειρηνευτική δύναμη, που όμως αντικαταστάθηκε γρήγορα από μια γερμανική μεραρχία μετά από αίτημα των "Λευκών" (αντισοσιαλιστών) Φινλανδών.

Μετά το πέρας του πολέμου οι νησιώτες και οι Σουηδοί εθνικιστές ενέτειναν τις προσπάθειες τους για ένωση με τη Σουηδία ενώ ο Φινλανδικός εθνικισμός τροφοδοτούνταν από το φόβο της απώλειας της προσφάτως αποκτηθείσας φινλανδικής ανεξαρτησίας. Η πόλωση συνεχίστηκε καθώς αμφισβητήθηκε η φινλανδική κυριότητα των νησιών και διαφαίνονταν πλέον η απειλή πολέμου μεταξύ των δύο κρατών. Έτσι η Φινλανδία πρότεινε στους νησιώτες την παραχώρηση αυτονομίας, την οποία εκείνοι αρνήθηκαν. Από εκεί και πέρα το θέμα κλήθηκε να διευθετήσει η Κοινωνία των Εθνών η οποία δημιούργησε μια μικρή ομάδα για να αποφασίσει αν η ΚτΕ θα πρέπει να διερευνήσει το θέμα και, όταν δόθηκε καταφατική απάντηση, δημιουργήθηκε μια ουδέτερη Επιτροπή. Τον Ιούνιο του 1921 η ΚτΕ ανακοίνωσε την απόφασή της: τα νησιά θα έπρεπε να παραμείνουν τμήμα της Φινλανδίας αλλά με εγγυημένη την προστασία των νησιωτών, συμπεριλαμβανομένης της αποστρατιωτικοποίησης. Αμφότερες οι δύο εμπλεκόμενες χώρες αποδέχθηκαν την απόφαση και έτσι αυτό το καθεστώς αυτονομίας των νησιών ισχύει μέχρι σήμερα[2].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος: Ο Ευρωπαϊκός Εικοστός Αιώνας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, ISBN 960-221-223-3, σελ.71
  2. League of Nations, historylearningsite.co.uk

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία