Άνοιγμα κυρίου μενού

Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία, Κτιστό (ή και Κτίση) ονομάζεται ολόκληρη η δημιουργία του Θεού, "υλική και πνευματική"[1] στην οποία συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο το σύμπαν, ο ουρανός, ο γήινος κόσμος ή το σώμα του ανθρώπου, αλλά και ο κόσμος των αγγέλων όπως και αυτή η άυλη και πνευματική ψυχή"[2].

Η Ορθόδοξη πατερική θεώρηση περί κόσμου δεν ταυτίζεται με την πλατωνική[3] διάκριση μεταξύ υλικού και πνευματικού ή σωματικού και ψυχικού που έχει μια σαφή διαρχική και δυαλιστική προέλευση[4] αλλά μόνο την "διάκριση ανάμεσα στον Δημιουργό και στη δημιουργία, ανάμεσα στο κτιστό και στο άκτιστο"[5], διαχωρίζοντας το γεγονός ότι η κτίση είναι προϊόν των ενεργειών του Θεού, της "βούλησης και της δύναμης αυτού"[6] το οποίο είναι διαφορετικό "από την ουσία του κτίστη"[2] Θεού. Στην Ορθόδοξη Θεολογία υπάρχει "δημιουργία από το μη όν, δεν υπάρχουν αρχέτυπα, ως αγένητες ιδέες, αλλά μόνο...θελήματα στη θεία βούληση και το κυριότερο η σχέση μετοχής βρίσκεται ανάμεσα στο άκτιστο και το κτιστό, για να γίνει το δεύτερο κατά χάρη όμοιο με το πρώτο"[7]. Έτσι, κατά τον Νίκο Ματσούκα, η μετάπλαση του αρχαιοελληνικού οντολογικού συστήματος υπό τους Ορθοδόξους θεολόγους έφερε σε ύπαρξη κάτι "τελείως αντίθετο προς τη φιλοσοφική διάκριση μεταξύ αγένητου και γενητού"[8]. Με αυτές τις θέσεις διαφωνεί ο Παναγιώτης Χρήστου, ο οποίος αν και δέχεται ότι "οι Έλληνες φιλόσοφοι... δεν έδωσαν στη δημιουργία τον χαρακτήρα που αυτή έχει στον Χριστιανισμό", χαρακτηρίζει την άποψη περί απόλυτης αντίθεσης μεταξύ ελληνικής και χριστιανικής οντολογίας ως "υπεραπλούστευση των γεγονότων", καθώς θεωρεί ότι "οι έννοιες περί άκτιστου και κτιστού, με όλες τις επί μέρους πτυχές, υπάρχουν και στα δύο συστήματα".[9]

Ετυμολογία και ιστορικό πλαίσιοΕπεξεργασία

Η λέξη "κτιστό" παράγεται από το ρήμα "κτίζω". Πρόκειται για ρήμα που εμφανίζεται καθ' όλη την περίοδο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, κυρίως με τη σημασία του "ιδρύω (πόλη), αποικίζω", επίσης μερικές φορές "χτίζω, οικοδομώ" και σπανιότερα "επινοώ, εφευρίσκω, φέρνω σε ύπαρξη, καθιστώ"[10]. Η λέξη πήρε νέα σημασιολογική διάσταση όταν χρησιμοποιήθηκε από τους Εβδομήκοντα, και γενικότερα από τους ελληνόφωνους Ιουδαίους, για να δηλώσει ειδικά τις δημιουργικές πράξεις του Θεού. Αυτή η χρήση καθιερώθηκε στην Καινή Διαθήκη, καθώς και στα μεταποστολικά συγγράμματα. Συνεπώς, στη βιβλική και χριστιανική ορολογία η "κτίση" περιλαμβάνει όλα όσα έφερε ο Θεός σε ύπαρξη. Η λέξη "κτιστό" δηλώνει αυτό που έχει κτιστεί, ενώ εμμέσως δηλώνει επίσης τις ιδιότητες της κτίσης όπως αυτές ορίστηκαν από τους χριστιανούς ερμηνευτές ανά τους αιώνες, ιδίως στο λεκτικό ζευγάρι "κτιστό-άκτιστο".

Η αναλυτική προσέγγιση περί του κτιστού έγινε από τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας με αφορμή την αρειανική διαμάχη, καθότι στάθηκε απαραίτητο στην επιχειρηματολογία του να ξεχωρίσει τη γέννηση του Λόγου, η οποία κατά την Ορθόδοξη δογματική γίνεται αχρόνως και δεν αποτελεί πράξη κτίσεως, από την κτίση του κόσμου, η οποία γίνεται εν χρόνω. Με αυτόν τον τρόπο ο Αθανάσιος διαχώρισε τα πράγματα από τον Ωριγένη, ο οποίος θεωρούσε την κτίση του κόσμου επίσης ως ένα αχρονικό γεγονός, με το επιχείρημα ότι, εφόσον ο Θεός είναι άτρεπτος, δηλαδή αμετάβλητος, ήταν ανέκαθεν Παντοκράτορας ως Κτίστης του κόσμου, και επομένως ο κτιστός κόσμος επίσης υπήρχε ανέκαθεν. Ο Αθανάσιος ήταν αυτός επίσης που καθιέρωσε την έννοια περί κτίσεως εκ του μηδενός (ex nihilo), δήλωση που σημαίνει ότι η κτίση, εκτός από έχουσα συγκεκριμένη αρχή ύπαρξης στον χρόνο, δεν προέρχεται οντολογικώς από την ουσία/φύση του Θεού, σε αντίθεση με τον αχρόνως γεννηθέντα Λόγο, που προέρχεται από την ουσία του Θεού.[11]

ΥποσημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Πατρώνος Π. Γεώργιος, Θεολογία και Ορθόδοξο βίωμα - Θέματα θεολογικού προβληματισμού και Ορθόδοξης πνευματικότητας, Δόμος, Αθήνα 1994, σελ. 79.
  2. 2,0 2,1 ό.π..
  3. Σχόλιο του δογματολόγου Ν. Ματσούκα στην υποσημ. #9 του κεφ. Α' στο Δαμασκηνός Ιωάννης, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως (μτφρ. Ν. Ματσούκα), Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 458.
  4. Πατρώνος, Θεολογία..., στο ίδιο.
  5. στο ίδιο, σελ. 78.
  6. Έκδοσις ακριβής..., ό.π., σελ. 51.
  7. Ματσούκας Α. Νίκος, Ιστορία της Φιλοσοφίας, 7η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 277.
  8. Ματσούκας Α. Νίκος, Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 109.
  9. Παναγιώτης Χρήστου, "Uncreated and Created, Unbegotten and Begotten in the Theology of Athanasius of Alexandria", Augustinianum 13, Roma 1973, σ. 399-409. Ενημέρωση στις 4 Απριλίου 2008.
  10. A Greek-English Lexicon, Liddell & Scott Αρχειοθετήθηκε 2009-11-29 στο Wayback Machine.. Ενημερώθηκε στις 14 Μαιου 2008.
  11. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, "Η έννοια της δημιουργίας στον Άγιο Αθανάσιο", Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας, Άρτος Ζωής, 1973, σελ. 9-32.