Ο λύκος της τούνδρας (Canis lupus albus) είναι υποείδος του γκρίζου λύκου ιθαγενής των ζωνών της ευρασιατικής τούνδρας και της δασικής τούνδρας από τη Φινλανδία έως τη χερσόνησο Καμτσάτκα.[1] Περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1792 από τον Ροβέρτο Κερρ, ο οποίος τον περιέγραψε ως ζων γύρω από τον Ιενεσέη, και ότι έχει πολύτιμη γούνα.[2]

Λύκος της τούνδρας
Weisser Wolf Berlin ca 1998.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά ('Mammalia)
Οικογένεια: Κύνιδες

Πρόκειται για ένα μεγάλο υποείδος, με τα ενήλικα αρσενικά να έχουν μήκος σώματος 118-137 εκ. και τα θηλυκά 112-136 εκ. Αν και συχνά γράφεται ότι είναι μεγαλύτερος από τον C. l. lupus, αυτό είναι αναληθές, καθώς βαρύτερα μέλη του άλλου υποείδους έχουν καταγραφεί. Το μέσο βάρος είναι 40-49 κιλά για τα αρσενικά και 36,6-41 κιλά για τα θηλυκά. Το υψηλότερο βάρος που καταγράφηκε μεταξύ 500 λύκων που αιχμαλωτίστηκαν στη χερσόνησο Ταϋμύρ και στη χερσόνησο Κάνιν κατά τη διάρκεια του 1951-1961 ήταν ενός γέρικου αρσενικού που σκοτώθηκε στην Ταϋμύρ στα βόρεια του ποταμού Ντουντύπτα, ζυγίζοντας 52 κιλά. Η γούνα είναι πολύ μακρυά, πυκνή, χνουδωτή και απαλή, και είναι συνήθως ανοιχτόχρωμη και γκρίζα. Η κάτω γούνα είναι γκρι μόλυβδου και η πάνω γούνα είναι κοκκινωπό γκρι.[3]

Ο λύκος της τούνδρας γενικά αναπαύεται σε κοιλάδες ποταμών, σύδεντρα και ξέφωτα δασών.[4] Το χειμώνα τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με θηλυκούς ή νεαρούς άγριους και εξημερωμένους ταράνδους, αν και μερικές φορές στοχεύει και λαγούς, αρκτικές αλεπούδες και άλλα ζώα. Το περιεχόμενο των στομάχων 74 λύκων που αιχμαλωτίστηκαν στον Αυτόνομο Θύλακα της Νενετσίας στη δεκαετία του 1950 βρέθηκε να αποτελούταν από 93,1% απομεινάρια ταράνδου. Κατά την καλοκαιρινή περίοδο, οι λύκοι της τούνδρας τρέφονται εκτενώς με πτηνά και μικρά τρωκτικά, καθώς και νεογέννητους ταράνδους.[5]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία