Άνοιγμα κυρίου μενού

Η μάχη της Φλώρινας ήταν μια μάχη που διεξήχθη στις 11 με 13 Φεβρουαρίου 1949 στο πλαίσιο του Ελληνικού εμφύλιου πολέμου. Επρόκειτο για την απόπειρα από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) να καταλάβει την πόλη της Φλώρινας από τον Ελληνικό Στρατό (ΕΣ).

Η ηγεσία του ΔΣΕ απέδιδε μεγάλη σημασία στην κατάληψη της Φλώρινας, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εγκαταστήσει εκεί την κυβέρνησή της. Η γειτνίαση με τα σύνορα της Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας αποτελούσε ένα βασικό μακροχρόνιο πλεονέκτημα. Άμεσος στόχος ήταν επίσης η στρατολόγηση ανδρών.

Πίνακας περιεχομένων

Το χρονικό πλαίσιο, και η επιλογή της Φλώρινας ως στόχος του ΔΣΕΕπεξεργασία

Κατά την διάρκεια του 1948 ο Εθνικός Στρατός είχε ήδη αποκτήσει σημαντική υπεροχή έχοντας καταλάβει τον Γράμμο. Ωστόσο ο ΔΣΕ διατηρούσε τον έλεγχο μεγάλου μέρους της Δυτικής Μακεδονίας. Ορμητήριό τους ήταν το Βίτσι, όπου είχαν συγκεντρωθεί περίπου 10 χιλιάδες μαχητές. Στόχος τους ήταν η κατάληψη ενός αστικού κέντρου για να πετύχουν κάποιο τακτικό πλεονέκτημα και αναζωπύρωση του ηθικού τους. Επίσης, μια σταθερή εδαφική επικράτεια στα πεδινά θα λειτουργούσε ως βάση για τη διεκδίκηση της πολυπόθητης πολιτικής αναγνώρισης της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης» (ΠΔΚ) από το εξωτερικό.

Η πρώτη απόπειρα διεξήχθη στη Νάουσα, την οποία κατόρθωσαν να καταλάβουν αλλά μόνο για τέσσερις μέρες (11-15 Ιανουαρίου).

Στις 30 Ιανουαρίου την ηγεσία του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ ανέλαβαν οι σχετικά άπειροι Γιώργος Βοντίτσιος («Γούσιας») ως Αντιστράτηγος, και ο Δημήτρης Βλαντάς ως Υποστράτηγος. Στόχος τους ήταν μία σημαντική επιτυχία, μεταξύ άλλων και ως απάντηση στην ανάληψη της αρχιστρατηγίας του ΕΣ από τον Αλέξανδρο Παπάγο την ίδια εποχή. Δεδομένης της ισχυρής παρουσίας του ΕΣ στην Κοζάνη, αυτή η πόλη αποφεύχθηκε ως στόχος. Έτσι επιλέχθηκε η Φλώρινα, η οποία όμως επίσης διέθετε αξιόλογη φρουρά.

Οι δυνάμειςΕπεξεργασία

Ο διέθετε σχετική υπεροχή σε δυνάμεις, ανθρώπινες και υλικές για την άμυνα της Φλώρινας. Είχε διατάξει εκεί σύσσωμη την 2η Μεραρχία του, υπό την διοίκηση του υποστράτηγου Νικόλαου Παπαδόπουλου, η οποία αποτελούνταν από τρεις Ταξιαρχίες. Στο Πυροβολικό διέθετε μία Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, μία Πυροβολαρχία Μέσων Πυροβόλων, και δύο Πυροβολαρχίες Ορειβατικού Πυροβολικού. Οι δυνάμεις αυτές ενισχύθηκαν και από Τάγματα Πεζικού και Ίλες θωρακισμένων από μονάδες της Καστοριάς και της Έδεσσας. Συνολικά αποτελούταν από 8.000 στρατιώτες και 300 χωροφύλακες.

Ο ΔΣΕ παρέταξε τέσσερις ταξιαρχίες, δύο Λόχους Κυνηγών Αρμάτων Μάχης (ΚΑΜ), δύο αντιαρματικούς ουλαμούς, δύο αντιαεροπορικούς ουλαμούς, πυροβολαρχία ορειβατικού πυροβολικού, δύο διλοχίες πεζικού, δύο διλοχίες σαμποτέρ, διμοιρία Σαμποτέρ, και διμοιρία αντιαεροπορικής άμυνας.[1] Η συνολική του δύναμη αριθμούσε σε 7 χιλιάδες περίπου άντρες και γυναίκες.

Η έκβαση της μάχηςΕπεξεργασία

Η επίθεση του ΔΣΕ εκδηλώθηκε στις 3.30 τα ξημερώματα στις 12 Φεβρουαρίου. Στόχος ήταν η κατάληψη των υψωμάτων γύρω από την πόλη όσο ήταν σκοτάδι, και κατόπιν η είσοδος σε αυτήν με το χάραμα. Οι επιθέσεις διεξήχθησαν σχεδόν ταυτόχρονα και οδήγησαν στην κατάληψη μερικών υψωμάτων. Ο ΕΣ αντεπιτέθηκε άμεσα με επιτυχία, και αντιμετώπισε ακαριαία μία από τις τέσσερις ταξιαρχίες του ΔΣΕ που κατάφερε να εισδύσει για λίγο στην πόλη. 200 άνδρες του ΔΣΕ πιάστηκαν αιχμάλωτοι και κρατήθηκαν σε ένα κτίριο της πόλεως. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο ΔΣΕ εξαπέλυσε μια τελευταία επίθεση, η οποία όμως επίσης απέτυχε.

Υπολογίζεται ότι ο ΔΣΕ υπέστη απώλειες άνω των 800 νεκρών και 930 τραυματιών. Οι νεκροί του ΔΣΕ εκτέθηκαν σε σειρές σε ένα χωράφι στην έξοδο της πόλης. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στο σημείο για να αναγνωρίσουν τα πτώματα των αξιωματικών τους. Αργότερα τα πτώματα τάφηκαν ομαδικά σε τεράστιους λάκκους.

Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο του ΕΣ, ο ΔΣΕ είχε 713 νεκρούς, που τάφηκαν σε ομαδικό τάφο ανατολικά της πόλης, και 350 συλληφθέντες και παραδοθέντες - και οι κυβερνητικοί 44 νεκρούς, 284 τραυματίες και 35 αγνοούμενους. Σύμφωνα με το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ από τα κυβερνητικά τμήματα 404 σκοτώθηκαν, 976 τραυματίστηκαν και 82 αιχμαλωτίστηκαν - ενώ, κατά τον Δημήτρη Βλαντά οι απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού, που έχασε σ' αυτή τη μάχη 194 στελέχη, ανέβηκαν σε 334 νεκρούς, 867 τραυματίες, 14 λιποτάκτες και 199 αγνοούμενους.[2]

Οι συνέπειες της μάχηςΕπεξεργασία

Εκτιμάται ότι η συντριβή του ΔΣΕ στην μάχη της Φλώρινας αποτέλεσε την αρχή του τέλους του εμφυλίου. Λόγω των μεγάλων απωλειών, οι δυνάμεις του ΔΣΕ δεν ανέκαμψαν στην ουσία ποτέ. Ως συνέπεια, έγινε ευκολότερο για τον ΕΣ να διασπάσει τις αμυντικές γραμμές του ΔΣΕ στο Βίτσι, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική επικράτηση τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία