Μαμπί ονομάζονταν οι Κουβανοί αντάρτες που πολέμησαν ενάντια στην Ισπανική αυτοκρατορία κατά τον Δεκαετή Πόλεμο(D/R) (1868–1878) και τον πόλεμο για την ανεξαρτησία(D/R) (1895–1898).

Οι μαμπί αποτελούσαν τον κύριο όγκο του Κουβανέζικου απελευθερωτικού στρατού, προέρχονταν από διάφορες κοινωνικές τάξεις και περιλάμβαναν σκλάβους, ελεύθερους μαύρους και μουλάτους. Υπολογίζεται πως το 90-95% του μαύρου πληθυσμού είχε καταταχθεί στον Κουβανέζικο Απελευθερωτικό Στρατό καθώς τους υποόσχονταν πως με το τέλος του πολέμου θα απελευθέρωναν τους σκλάβους, υπόσχεση που τηρήθηκε παρά το γεγονός πως στο τέλος του Δεκαετούς Πολέμου η Κούβα δεν κατάφερε να απελευθερωθεί από την Ισπανία.[1]

Οι μαμπί έμειναν γνωστοί για τη γενναιότητά τους και την αποτελεσματικότητά τους αφού υπολογίζεται πως 8.000 μαμπί προκάλεσαν 20.000 απώλειες καλά εκπαιδευμένων ισπανών στρατιωτών παρά το ότι οι ίδιοι οι μαμπί ήταν ανεκπαίδευτοι, κακά εξοπλισμένοι και υποσιτισμένοι.[2] Μέχρι σήμερα στην Κούβα θεωρούνται ηρωικό παράδειγμα αυτοθυσίας για την πατρίδα.

Προέλευση του ονόματοςΕπεξεργασία

Η λέξη "μαμπί" ίσως έχει αφρικανική ή Κονγκολέζικη προέλευση και χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τους επαναστάτες από την Κούβα και τον Άγιο Δομίνικο (σημερινή Δομινικανή Δημοκρατία). Κατά μία εκδοχή σήμαινε το παιδί του πιθήκου και της γερακίνας.[2] Αν και αρχικά χρησιμοποιούνταν υποτιμητικά από τους ισπανούς στρατιώτες, σταδιακά μετατράπηκε σε τιμητική προσφώνηση που υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Κουβανοί επαναστάτες.[3][1][4]

Γυναίκες μαμπίσεςΕπεξεργασία

Ο στρατός των μαμπί δεν αποτελούνταν μόνο από άντρες αλλά και από πολλές γυναίκες.[5] Πολλές από αυτές υπηρέτησαν στον Κουβανέζικο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας ως νοσοκόμες και μαγείρισσες αλλά πολλές έγιναν κατάσκοποι ή πολέμησαν και στο πεδίο της μάχης και ορισμένες μάλιστα έγιναν και αξιωματικοί. Για παράδειγα, η Μαγδαληνή Πεναρεντόντα ι Ντόλει, γνωστή και ως «Λα Ντελεγάδα», πολέμησε σε όλους τους αγώνες ανεξαρτησίας και έφτασε να γίνει στρατηγός.[6] Η Μαρία Χιντάλγκο Σαντάνα, επίσης, μία μαύρη φτωχή γυναίκα που έμεινε γνωστή ως «ηρωίδα της Χικαρίτα», έγινε χάρις στον ηρωισμό της λοχαγός.[6] Οι γυναίκες αυτές δεν περίμεναν κανέναν οίκτο από τους Ισπανούς και προκειμένου να περιορίσουν τις απώλειες των μαμπί αλλά και να τονώσουν το ηθικό των επαναστατών δημιούργησαν το «Ελ Σιλένσιο», μία μυστική οργάνωση που τάχθηκε στην ανάκτηση και διάσωση των τραυματιών ακόμα και αν χρειάζονταν να εισέλθουν στις εχθρικές γραμμές. Έτσι πολλές μαμπίσες εμπαιναν με κίνδυνο της ζωής τους στο πεδίο της μάχης και μετέφεραν τους τραυματίες στα νοσοκομεία που ήταν στελεχωμένα σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες και γι' αυτό τα νοσκομεία αποτέλεσαν και έναν από τους κύριους στόχους των Ισπανών. Ο δημοσιογράφος Τζέημς Ο΄Κέλι έγραψε στη New York Herald: «Οι μαμπίσες αγωνίστηκαν τόσο ένδοξα όσο και οι Σουλιώτισσες ή οι γυναίκες της Κρήτης ενάντια στους Τούρκους καθώς σε όλη την ιστορία δεν έχουν υπάρξει πιο ένδοξοι αγώνες από αυτούς αλλά η σύγχρονη κοινωνία είναι τόσο ανάξια που δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα το ένδοξο στον αγώνα των αδύναμων ενάντια σε συντρηπτικές πιθανότητες.»[6]

Ίσως η πιο γνωστή μαμπίσα ήταν Μαριάνα Γκραχάλες Κοέλο, η μητέρα του Αντόνιο Μασέο Γκραχάλες, που ήταν δεύτερος στη διοίκηση του στρατού της ανεξαρτησίας. Τόσο η Γκραχάλες Κοέλο όσο και οι δέκα γιοί της συμμετείχαν και στους τρεις πολέμους ανεξαρτησίας της Κούβας.[6] Η Γκραχάλες Κοέλο διηύθυνε τα νοσοκομεία στο πεδίο της μάχης και ήταν υπεύθυνη ανεφοδιασμού ενώ την έβλεπαν συχνά να μπαίνει στο πεδίο της μάχης προκειμένου να βοηθήσει στρατιώτες και των δύο πλευρών. Ο επαναστατικός ποιητής Χοσέ Μαρτί την αποκάλεσε «λιονταρίνα» και έγραψε εμπνευσμένος τόσο από εκείνη όσο και από τη νύφη της, Μαρία Καμπράλες, πως «είναι εύκολο να είναι κανείς ήρωας με τέτοιες γυναίκες».[6] Σήμερα η Γκραχάλες Κοέλο θεωρείται από τους Κουβανούς πρότυπο της Κουβανέζας που θυσιάζεται για την πατρίδα της.

Η συμβολή αυτών των γυναικών όμως δεν ήταν μόνο στρατιωτική αλλά ηθική και πολιτική καθώς δημιούργησαν μια νέα γενιά επαναστατών Κουβανών γαλουχώντας τα παιδιά τους με την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας και έθεσαν τα θεμέλια για τις μετέπειτα κοινωνικές και νομικές αλλαγές που βελτίωσαν τη θέση των γυναικών. Οι μαμπίσες δημιούργησαν ένα νέο πρότυπο συμπεριφοράς για τις γυναίκες μέσης και ανώτερης τάξης που μέχρι το 1868 ήταν αμόρφωτες και εξαρτώνταν από τους άντρες προβάλλοντας τις ιδέες του ηρωισμού, της εφευρετικότητας, της αυτοθυσίας και της μαχητικότητας.[6] Μέχρι τότε οι γυναίκες γαλουχούνταν από κατά κύριο λόγο άντρες δασκάλους με θρησκευτικά ιδεώδη που προωθούσαν την ιδέα πως ύψιστο γυναικείο καθήκον ήταν ο γάμος και η τεκνοποιία και πως οι γυναίκες ήταν πιο επιθυμητές όσο πιο αδύναμες, όμορφες και υπάκουες ήταν.[6] Οι φτωχές γυναίκες γαλουχούνταν με παρόμοια πρότυπα με τη διαφορά πως ήταν αναγκασμένες να εργάζονται σκληρά για να επιβιώσουν εκείνες και οι οικογένειές τους γιατί συχνά οι φτωχοί σύζυγοί τους δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν την προστασία και την καταξίωση που τους υπόσχονταν τα πατριαρχικά πρότυπα.[6] Οι ταξικές και φυλετικές διακρίσεις που επικρατούσαν στην προεπαναστατική Κούβα σήμαιναν πως οι μαύροι, οι μουλάτοι και οι φτωχές γυναίκες βρίσκονταν στη χειρότερη μοίρα. Όταν όμως εμφανίστηκαν οι μαμπίσες έδωσαν ένα νέο γυναικείο πρότυπο. Η συμμετοχή αυτών των γυναικών στο πόλεμο της ανεξαρτησίας και τα επιτεύγματά τους απέδειξαν τόσο στους άντρες όσο και στις ίδιες τις γυναίκες την αξία τους και το πόσο άξιζαν να θεωρούνται και εκείνες ανεξάρτητες πολίτισσες του νεοσύστατου κουβανέζικου κράτους και οδήγησαν σταδιακά σε πολλές κοινωνικές και νομικές αλλαγές που βελτίωσαν το στάτους των γυναικών στην Κούβα (βλ. Κούβα: Τα δικαιώματα των γυναικών).[6] Η αμφισβήτηση των παραδοσιακών προτύπων που ξεκίνησε από τις μαμπίσες ενέπνευσε πολλές προνομιούχες γυναίκες να μετατραπούν σε σημαντικές λόγιες μέχρι τα τέλη του 19ου αι., όπως η Μερσέντες Σάντα Κρουζ ντε Μοντάλβο, η Γερτρούδη Γκόμεζ ντε Αβελανέδα και η Σοφία Έστεβεζ, που επέλεξαν να ζήσουν στην Ευρώπη και από εκεί να προωθήσουν με το έργο τους την Κουβανέζικη ανεξαρτησία αλλά και τα δικαιώματα των γυναικών.[6]

Αν και οι μαμπίσες είχαν κερδίσει τον σεβασμό των αντρών συναγωνιστών τους και είχαν επίσης κερδίσει de facto πολλά δικαιώματα όπως η ατομική ιδιοκτησία ανεξάρτητα από το φύλο, το δικαίωμα να μάχονται στο πεδίο της μάχης και η συμμετοχή σε διάφορες δραστηριότητες εκτός σπιτιού, οι άντρες επαναστάτες εξακολουθούσαν να τις θεωρούν κατώτερες και όταν σχεδίαζαν το νέο δημοκρατικό καθεστώς που θα δημιουργούσαν μετά την απελευθέρωση από τους Ισπανούς, δεν προέβλεπαν πολιτικά δικαιώματα για τις γυναίκες.[6] Ακόμα και ο Χοσέ Μαρτί, που αναγνώρισε και εκθείασε τη συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα της Κούβας για ανεξαρτησία, δεν ασχολήθηκε με τις κοινωνικές αδικίες σε βάρος των γυναικών όσο ασχολήθηκε με τον ρατσισμό, τη δουλεία και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.[6] Η πρώτη που κατέδειξε επίσημα αυτή την ανισότητα και απαίτησε ίσα πολιτικά δικαιώματα και για τις γυναίκες ήταν η Άννα Μπέτανκουρτ. Όμως οι άντρες επαναστάτες θεώρησαν πως οι γυναίκες εκπροσωπούνταν επαρκώς μέσω των αντρών και πως η de facto απόκτηση ορισμένων δικαιωμάτων από τις μαμπίσες ήταν αρκετή χειραφέτηση για τις γυναίκες.[6] Την ίδια στιγμή οι γυναίκες εξακολουθούσαν να αγωνίζονται δίπλα στους άντρες επί ίσοις όροις για την πατρίδα τους, να δέχονται ίση ή ίσως και σκληρότερη τιμωρία από τους Ισπανούς όταν συλλαμβάνονταν ενώ όσες είχαν αυτοεξοριστεί σε ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούσαν να προπαγανδίζουν υπέρ του κουβανέζικου αγώνα ανεξαρτησίας, να οργανώνουν εθνικιστικές ενώσεις και να συγκεντρώνουν πόρους για τον αγώνα. Ήταν τόσο έντονη η δράση των γυναικών κατά τους αγώνες ανεξαρτησίας της Κούβας που οι άνθρωποι άρχισαν να τους αποκαλούν «Πόλεμο των Γυναικών».[6] Όταν το 1895 το κόμμα της ανεξαρτησίας, υπό την ηγεσία του Τομάς Εστράδα Πάλμα και του ποιητή Χοσέ Μαρτί, ανακήρυξε την Κούβα ανεξάρτητη δημοκρατία αυτό έγινε χάρις στις γυναίκες, τον αγώνα τους και την υποστήριξή τους. Οι γυναίκες αποτελούσαν το 37% των υποστηρικτών του κόμματος ενώ οι περισσότερες γυναικείες οργανώσεις το υποστήριζαν χωρίς απαραίτητα να εγγράφονται ως επίσημα μέλη.[6] Αξίζει ίσως να αναφερθεί πως, παρά τη μεγάλη επαναστατική δράση των γυναικων και των οργανώσεών τους, οι άντρες εξακολουθούσαν να τις θεωρούν ανίκανες να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους και είχαν επιβάλλει οι εκπρόσωποι των γυναικείων οργανώσεων να είναι άντρες εκλεγμένοι από τις γυναίκες μέλη.[6]

Το 1898 η Κούβα κέρδισε την ανεξαρτησία της από τους Ισπανούς με τη βοήθεια των Η.Π.Α. και την επόμενη χρονιά η μαμπίσα Εντελμίρα Γκουέρα ντε Ντοβάλ συμμετείχε στη διαδικασία σύνταξης του επαναστατικού μανιφέστου που αποτέλεσε πρότυπο για το κουβανέζικο Σύνταγμα του 1901. Η Γκουέρα ντε Ντοβάλ, εμπνευσμένη και ενθαρρυμένη από τις προόδους και την αγωνιστικότητα των γυναικών στις Η.Π.Α., ζητούσε στο αρ. 4 του μανιφέστου ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες όπως επίσης και περιορισμένο δικαίωμα ψήφου για τις ελεύθερες ή χήρες γυναίκες άνω των 25 ετών όμως το Σύνταγμα εν τέλει αγνοούσε τα δικαιώματα των γυναικών και έθετε την Κούβα σε καθεστώς υποτέλειας στις Η.Π.Α..[6] Οι γυναίκες διαμαρτυρήθηκαν για αυτά αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Σταδιακά οι μαμπίσες επέστρεψαν στα σπίτια τους και άφησαν τα ηρωικά κατορθώματά τους στη σφαίρα του θρύλου αλλά το παράδειγμά τους έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα αναβάθμιση της θέσης των γυναικών στην Κούβα (βλ. Κούβα: Τα δικαιώματα των γυναικών).

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Tucker, Spencer (2009). The encyclopedia of the Spanish-American and Philippine-American wars : a political, social, and military history. Santa Barbara, Calif.: ABC-CLIO. ISBN 978-1-85109-952-8. 650579034. 
  2. 2,0 2,1 Barnet, Miguel· Hill, W. Nick (2016). Biography of a runaway slave (Fiftieth anniversary edition έκδοση). Evanston, Illinois. ISBN 978-0-8101-3341-9. 933211502. 
  3. Brogdon, K. D. (2010). The Guardian: The Story of a Texas Ranger-Rough Rider, American Hero. iUniverse. ISBN 1450279465. 
  4. Prados-Torreira, Teresa (2005). Mambisas : rebel women in nineteenth-century Cuba. Gainesville, Fla.: University Press of Florida. ISBN 978-0-8130-3769-1. 738499419. 
  5. Jacomino, Juan (1998). History of Cuba : the challenge of the yoke and the star : biography of a people. La Habana, Cuba: Editoral SI-MAR. ISBN 959-7054-19-1. 41656323. 
  6. 6,00 6,01 6,02 6,03 6,04 6,05 6,06 6,07 6,08 6,09 6,10 6,11 6,12 6,13 6,14 6,15 6,16 Stoner, K. Lynn (1991). From the house to the streets : the Cuban woman's movement for legal reform, 1898-1940. Durham: Duke University Press. ISBN 0-8223-1149-6. 22452406.