Οία

οικισμός στην Ελλάδα
(Ανακατεύθυνση από Οία Θήρας)

Συντεταγμένες: 36°27′46″N 25°22′30″E / 36.46278°N 25.37500°E / 36.46278; 25.37500

Η Οία είναι παραδοσιακός οικισμός της Σαντορίνης και αποτελεί έδρα της πρώην κοινότητας Οίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το Σχέδιο Καποδίστριας. Ονομάζεται και Απάνω Μεριά ή Ανωμεριά και οι κάτοικοι Απανωμερίτες. Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού, σε απόσταση 11 χιλιομέτρων βορειοδυτικά από τα Φηρά και σε υψόμετρο περίπου 121 μέτρων. Με βάση την απογραφή του 2021, ο οικισμός έχει 1141 κατοίκους.

Οία Θήρας
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Οία Θήρας
36°28′0″N 25°22′0″E
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΝοτίου Αιγαίου
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Θήρας
Γεωγραφική υπαγωγήΣαντορίνη
 • ΔήμαρχοςΑντώνιος Σιγάλας
Πληθυσμός478 (2021)
Ταχ. κωδ.84702
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Οία (αποσαφήνιση).
Η Οία

Θεωρείται ως ένα από τα πιο γραφικά μέρη της Ελλάδας, με έντονο παραδοσιακό χαρακτήρα και είναι παγκοσμίως γνωστή για το ηλιοβασίλεμα της.

 
Η περιφέρεια δήμου Σαντορίνης - Οίας

Η Οία ήταν μία από τις πέντε καστροπολιτείες, τα επονομαζόμενα "καστέλια", της Σαντορίνης κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (13ος-16ος αιώνας μ.Χ.)[1] και ονομαζόταν Καστέλι του Αγίου Νικολάου. Η ύπαρξη του καστελιού αναφέρεται ήδη από το 1480.[2] Παραδοσιακά αποτελούσε τόπο καραβοκύρηδων: χαρακτηριστικό είναι ότι το 1890, όταν ο συνολικός πληθυσμός του νησιού ήταν λιγότερος από 2.500 κάτοικοι, στην Οία υπήρχε ένα μικρό ναυπηγείο και 130 πλοία που ανήκαν στους κατοίκους της.[1] Σε αυτόν ακριβώς τον ντόπιο στόλο εμπορικού ναυτικού βασίστηκε η οικονομική άνθιση της Οίας στα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ου, καθώς παράλληλα αυξανόταν το διαμετακομιστικό εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου, ειδικά μεταξύ Ρωσίας και Αλεξάνδρειας.[1] Ωστόσο, η κυριαρχία των ατμόπλοιων επί των ιστιοφόρων και η ταυτόχρονη συγκέντρωση του ναυπηγικού κεφαλαίου στον Πειραιά, αποτέλεσε την απαρχή της σταδιακής πτώσης και ερήμωσης του νησιού.[1]

Οικιστική οργάνωση

Επεξεργασία
 
Άποψη του οικισμού της Οίας

Το κλίμα του νησιού, το σεισμογενές περιβάλλον, τα διαθέσιμα υλικά και η τοπογραφία αποτέλεσαν βασικές σχεδιαστικές παραμέτρους του οικισμού. Λόγω της ιδιομορφίας του ηφαιστειακού εδάφους της Σαντορίνης, της ευκολίας εκσκαφής της θηραϊκής γης στις πλαγιές της καλδέρας και στους χείμαρρους, αλλά και της προστασίας του χωριού από τους δυνατούς ανέμους, οι ντόπιοι κάτοικοι της Οίας κατασκεύαζαν υπόσκαφες κατοικίες. Η βασική κατασκευαστική δυσκολία, ακόμα και σήμερα, βρίσκεται στη μεταφορά δομικών υλικών στα βραχώδη σημεία. Ο κυρίαρχος σχεδιαστικός κανόνας ήταν η οικονομία από κάθε άποψη. Έτσι, η ξεχωριστή εργονομική κλίμακα του οικισμού και των κατοικιών ειδικότερα είναι παρόμοια με αυτήν των πλοίων: χαμηλές πόρτες, στενά και απότομα σκαλιά, μικροσκοπικοί εσωτερικοί κι εξωτερικοί χώροι.[3] Ο σεισμός που έγινε το 1956 πραγματοποίησε εκτεταμένες καταστροφές στα γραμμικά υπόσκαφα κτίσματα κατά μήκος της καλδέρας όπου το έδαφος γενικά είναι πιο ασταθές[3] και τμήματα του οικισμού γκρεμίστηκαν προς την θάλασσα της καλδέρας. Μεγαλοπρεπείς ναοί, όπως του Αγίου Γεωργίου και της Παναγιάς της Πλατσανής καταστράφηκαν ολοσχερώς. Τα χωριά εγκαταλείφθηκαν αλλά αναδομήθηκαν σταδιακά για τουριστική χρήση.[3]

Παραδοσιακές κατοικίες

Επεξεργασία

Στην Οία ξεχωρίζουν δύο ειδών παραδοσιακές κατοικίες: οι υπόσκαφες και τα καπετανόσπιτα.

Υπόσκαφες κατοικίες

Επεξεργασία

Η φυσική κλίση, η τραχύτητα του εδάφους και η ανάγκη για εξοικονόμηση υλικού, οδήγησε στη δημιουργία θολωτών σπηλαίων (τα λεγόμενα υπόσκαφα). Τα υπόσκαφα σπίτια είναι σπηλαιοειδείς κατοικίες, τα οποία είναι σκαμμένα μέσα στα ηφαιστειακά πετρώματα, είτε ολόκληρα είτε με πρόσθετα κτιστά τμήματα.[4] και αποτελούσαν παλαιότερα τις κατοικίες των πληρωμάτων των καραβιών. Έχουν πρόσοψη στο επίπεδο της γης και εκμεταλλεύονται τις φυσικές κλιμακώσεις του εδάφους. Τα κτισμένα τμήματα στεγάζονται με θόλους ή σταυροθόλια με ένα είδος χυτής καλουπωτής κατασκευής.[4] Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται η πέτρα του νησιού, κόκκινη ή μαύρη και θηραϊκό χώμα που όταν αναμιγνύεται με τον ασβέστη δίνει ένα πολύ ισχυρό κονίαμα, το αποκαλούμενο θηραϊκό κονίαμα.[4] Ο τρόπος κατασκευής επιτρέπει τη δημιουργία ποικιλίας μορφών με μεγάλη πλαστικότητα.[4] Οι υπόσκαφες κατοικίες είναι άριστες από πλευράς θερμικής απόδοσης, καθώς εξυπηρετούν τόσο το χειμώνα όσο και το καλοκαίρι. Η επιπρόσθετη βοηθητική θέρμανση αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στο να μειώσει την ενοχλητική υγρασία.

Λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους και της στενότητας του χώρου, ο κοινόχρηστος και ο ιδιωτικός χώρος μια οικίας σε ορισμένες περιπτώσεις ταυτίζονται.[4] Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η οριζόντια ιδιοκτησία, έτσι ώστε η αυλή της μιας κατοικίας αποτελεί δωμάτιο μιας άλλης, ή κάτω από έναν ελεύθερο/κοινόχρηστο χώρο υπάρχει υπόσκαφη κατοικία.[4] Έτσι, η όψη της κατοικίας προβάλλει 1-2 μέτρα από το έδαφος σε ορθογώνια μορφή έτσι ώστε να γίνεται η προβολή της αυλής της υπερκείμενης κατοικίας.[3]

 
Εξωτερική όψη υπόσκαφης κατοικίας

Ένα τυπικό υπόσκαφο σπίτι έχει στενό μέτωπο και μεγάλο βάθος.[4] Ο εξωτερικός τοίχος έχει 2 παράθυρα εκατέρωθεν της πόρτας και ένα παράθυρο-φεγγίτη πάνω από την πόρτα.[4] Τα ανοίγματα αυτά είναι οι μοναδικές είσοδοι φυσικού φωτός και φρέσκου, καθαρού αέρα σε αυτούς τους βαθείς χώρους.[3] Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού βρίσκεται η σάλα, πίσω η κρεβατοκάμαρα, ενώ η κουζίνα είναι μια μικρή και χαμηλή γωνιά συνήθως χτιστή με θόλο που επικοινωνεί με τη σάλα.[4] Η τουαλέτα είναι ανεξάρτητη στην αυλή.[4] Ένας διαχωριστικός τοίχος με τομές που μιμούνται τις τομές του εξωτερικού τοίχου χωρίζει τη σάλα από την κρεβατοκάμαρα, έτσι ώστε η κρεβατοκάμαρα να φωτίζεται και να αερίζεται διαμέσου της σάλας.[4] Σε κάθε κτίσμα υπάρχει μια στέρνα συλλογής του βρόχινου νερού και κανάλια που οδηγούν τα νερά της βροχής στη στέρνα, τα οποία ονομάζονται "κοντούτα".[4]

Καπετανόσπιτα

Επεξεργασία

Σε αντίθεση με τα υπόσκαφα που ήταν οι κατοικίες των πληρωμάτων, τα καπετανόσπιτα[1] ή αλλιώς καραβοκυραίικα[4] ήταν οι κατοικίες των πλοιοκτητών. Τα κτίσματα αυτά έχουν αυστηρή γεωμετρική λιτότητα στην όψη τους και έχουν επενδύσεις με λαξευμένο κόκκινο πορί και με πιλάστρα.[4] Ως στέγη χρησιμοποιούνται μοναστηριακοί θόλοι, "σκάφες" και σταυροθόλια,[4] με επιρροή κυρίως από τη βενετσιάνικη και τη νεοκλασική αρχιτεκτονική.[4]


Εικόνες από την Οία

Επεξεργασία


Αναφορές

Επεξεργασία

3.,,,,, Απόσπασμα από Θεοδωράκη-Πάτση Τζούλια, Το αποτύπωμα της νοηματικής εξέλιξης του τόπου, Αθήνα, 2008

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Αποστολάκη Μαρία (2007). ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ (ΘΗΡΑ). ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, ΔΙΚΤΥΟ ΑΕΙΦΟΡΩΝ ΝΗΣΩΝ ΔΑΦΝΗ. Ανακτήθηκε 27/05/2012: http://www.dafni.net.gr/gr/members/files/thira/santorini-report.pdf Αρχειοθετήθηκε 2014-09-12 στο Wayback Machine.
  2. Δώρα Μονιούδη - Γαβαλά: Σαντορίνη. Κοινωνία και Χώρος. 15ος - 20ος Αιώνας. Έκδοση του Ιδρύματος Λουκά και Ευάγγελου Μπελλώνια
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Θεοδωράκη-Πάτση, Τζούλια (χωρίς χρονολογία). Ο Υβριδισμός στη Σαντορίνη. Ανακτήθηκε 27/05/2012: http://users.ntua.gr/kamy/ivridismos.pdf
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 4,14 4,15 Μποζινέκη-Διδώνη, Π. (χωρίς χρονολογία). ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ. ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΟΤ 1975-1995. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΙΑΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ. Ανακτήθηκε 27/05/2012: http://library.tee.gr/digital/books_notee/book_59509/book_59509_bozineki.pdf