Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο ζητιάνος είναι νουβέλα του Αντρέα Καρκαβίτσα, που δημοσιεύτηκε σε βιβλίο στα 1897, από το «Τυπογραφείον της Εστίας».

Ο ζητιάνος
Karkavitsas.jpg

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1897).
Συγγραφέας Ανδρέας Καρκαβίτσας
Γλώσσα Ελληνικά
Είδος Νουβέλα

Η νουβέλα αυτή γνώρισε μεγάλη επιτυχία και διαβάστηκε από γενιές Ελλήνων. Ο πρωταγωνιστής του έργου, ο Κώστας Τζιρίτης (ή Τζιριτόκωστας) υπήρξε η διάσημη λογοτεχνική φιγούρα της Ελλάδας, μέχρι την εμφάνιση του Αλέξη Ζορμπά του Καζαντζάκη.[1]

Το θέμα του έργου είναι η άφιξη του ζητιάνου από τα Κράβαρα (ορεινή Ναύπακτος) στο θεσσαλικό κάμπο και συγκεκριμένα στο χωριό Νυχτερέμι (σημερινός Παλιόπυργος Λάρισας) και οι καταστροφές που η άφιξή του θα φέρει στις ζωές των κατοίκων του χωριού. Σύμφωνα με τον λογοτεχνικό κριτικό Φώτο Πολίτη, «ο Τζιριτόκωστας δεν είναι απλώς ένας κοινός τύπος Κραβαρίτη. Είναι ο Έλλην πολιτικός, ο Έλλην επιστήμων, ο Έλλην χρηματιστής ή έμπορος, ο ολέθριος "έξυπνος" Ρωμηός της εποχής μας[2]

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ολλανδικά και γερμανικά[3].

Πίνακας περιεχομένων

Η υπόθεση του έργουΕπεξεργασία

Στο Νυχτερέμι, ένα χωριό της Θεσσαλίας κοντά στις εκβολές του Πηνειού, οι κάτοικοί του, αγρότες Έλληνες όλοι, ενώ βρίσκονται στα δικαστήρια με τον μπέη της περιοχής, στην προσπάθειά τους να ξεκαθαρίσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωριού, με την κρυφή ελπίδα ότι θα καταφέρουν να νικήσουν και να θεωρηθούν τα κτήματα δικά τους και όχι του μπέη, φτάνει ένας γέρος ζητιάνος μαζί με το δεκαπεντάχρονο ζητιανόπουλό του.

Το κύριο πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο από τα Κράκουρα ή Κράβαρα ζητιάνος ονόματι Τζιριτόκωστας, αφού ξυλοφορτωθεί αγρίως από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά, θα προκαλέσει τη συμπόνια των κατοίκων που θα προσφέρουν φιλοξενία και τροφή. Την επόμενη μέρα, ο ζητιάνος θα προκαλέσει το ενδιαφέρον των γυναικών του χωριού, με τα «θαυματουργά βοτάνια» του, και θα κατορθώσει να πουλήσει, το «αγαπόχορτο», το «σερνικοβότανο» και άλλα βοτάνια, καθώς και υλικά για ξόρκια και για μαγικά, παίρνοντας σε αντάλλαγμα ό,τι πιο ακριβό έβλεπε ότι είχε το κάθε σπίτι, που θα το μεταπουλούσε και θα γέμιζε με χρυσές λίρες. Αδιάφορος και ασυγκίνητος για τη μοίρα και την τύχη αυτών των γυναικών θα δώσει βοτάνια που θα φέρουν το θάνατο, ενώ θα καθοδηγήσει επιδέξια όλο το χωριό, άντρες και γυναίκες, για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του· να εκδικηθεί δηλαδή το ξύλο που έφαγε από τον τελωνοφύλακα, παίζοντας με την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία των κατοίκων, καθοδηγώντας τους να βάλουν φωτιά στο σπίτι που μένει για να τον κάψουν ζωντανό. Τέλος, θα βάλουν φωτιά στο μεγάλο σπίτι του μπέη, οπότε καταφτάνουν οι ελληνικές Αρχές και οι Τούρκοι αφέντες της περιοχής και οδηγούν όλους τους άντρες στη φυλακή της Λάρισας, βυθίζοντας το χωριό στον αφανισμό.

Ο ζητιάνος, ξεφεύγει από όλες τις δυσκολίες, χάρη στην καταπληκτική προσαρμοστικότητά του, στην ασυνειδησία του χαρακτήρα του, στην εξυπνάδα του και ενώ αυτός σπέρνει το θάνατο και την καταστροφή, κατορθώνει να φύγει από το χωριό, άθικτος και πλούσιος. Και αυτό γιατί, όπως λέει στον επίλογο ο συγγραφέας, «η Φύσις [είναι] θεότης αδιάφορη, ανεπηρέαστη, ίση δείχνοντας αγάπη και στους Κάη του καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ».

Η πρώτη ύληΕπεξεργασία

Ο συγγραφέας της νουβέλας επισκέφτηκε τα χωριά των Κραβάρων σε μια εκδρομή του, το 1890. Αμέσως μετά δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στα χρονογραφήματα που έγραφε τότε στο περιοδικό Εστία με τίτλο «Κράβαρα-οδοιπορικές σημειώσεις», σε 12 συνέχειες. Από αυτό το ταξίδι, ο Καρκαβίτσας άντλησε το υλικό για τη δημιουργία του πρωταγωνιστή του, του Τζιριτόκωστα.

Έγραφε τότε για τους Κραβαρίτες ο Καρκαβίτσας: «Έτσι οι άντρες λείπουν σε ταξίδι δυο και τρία χρόνια. Διασχίζουν θάλασσες, περνούν ποταμούς, ανεβαίνουν βουνά και κατεβαίνουν κοιλάδες, χτυπούν την πόρτα των μεγάρων των πλουσίων αλλά και το καλύβι των φτωχών, κοιμούνται στις πόρτες των εκκλησιών αλλά και στις πόρτες των καπηλειών. Δέχονται τη δραχμή της χήρας αλλά και το χαρτονόμισμα του πλούσιου, τις φτυσιές των παιδιών και τις κοροϊδιες του κόσμου, παλέυουν για ένα κόκκαλο με τα σκυλιά, και για τα απομεινάρια του τραπεζιού με τις γάτες, υπομένουν αγόγγυστα τις δυσκολίες που τους φέρνει η φύση αλλά και τις δυσκολίες που τους φέρνει η αστυνομία… Τίποτα πιο υπομονετικό, τίποτα πιο πεισματάρικο από αυτούς. Έκαναν σκοπό της ζωής τους να ξεγελάσουν την ανθρωπότητα όλη και το πέτυχαν. Τίποτα δεν τους εμποδίζει σε αυτό: ούτε η Φύση, ούτε οι νόμοι, ούτε οι διαφορετικές γλώσσες, ούτε τα ξένα ήθη και έθιμα, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα θηρία. Εμπρός, πάντα εμπρός: έτσι περνάει η ζωή τους…. χωρίς χαρά, χωρίς γέλιο, χωρίς διασκέδαση αρκεί μόνο να γεμίζει το σακούλι.»[4]

Η δημοσίευση αυτών των εντυπώσεων όπως είναι φυσικό προκάλεσε πολλές διαφωνίες και εκδηλώσεις εχθρότητας εναντίον του συγγραφέα. O ίδιος ο συγγραφέας σε ένα γράμμα του στο φίλο του και επίσης λογοτέχνη Κώστα Χατζόπουλο λέει τα εξής:

«Αθήνα, 28 Ιανουαρίου, 1891

»Οι Κραβαρίται — ευχαρίστως σου γράφω — εφιλοτημήθησαν να μου κάμουν μεγάλην ρεκλάμαν, που ούτε εις το όνειρο μου επερίμενα ποτέ, ούτε θα την απέκτων και αν έκαμνα εκατοντάδα διηγημάτων έξοχων. Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την Εστίαν δια τον τόπο τους και άρχισαν εις τας εφημερίδας μέγαν πάταγον δια την βεβήλωσιν του οποίον έκαμα εγώ ο υβριστής. Και δεν αρκεί τούτο, αλλ' εζήτησαν εν σώματι και πνεύματι την τιμωρίαν μου από το Υπουργείον και τούτο εν τω δικαιώματί του, μ' ετιμώρησε με εικοσαήμερον κράτησιν, παραθέσαν όλην την περικοπήν του έργου προς δικαιολόγησιν της αποφάσεως του. Δεν με μέλει δια την τιμωρίαν, όσο με μέλει διότι εστρέβλωσαν όλην την περικοπήν και θ'αναγνωσθεί ούτως εστρεβλωμένη, χωρίς να βγαίνει έννοια, εις όλους τους στρατιωτικούς κύκλους του Αρχηγείου. Αλλ' οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθησαν έως εδώ. Μ' έστειλαν δύο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε, κι εγώ διόρισα τον Ρούκην μαρτυρά μου κι είναι πιθανόν μετά την λήξιν της ποινής μου να κουμπουριασθούμε. Αλλά πάντοτε, εννοείς ρωμαίικο κουμπούριασμα. Τώρα έρχονται άλλοι με όλως αντιθέτως διαθέσεις κι εγώ ποζάρω τώρα ως μέγας συγγραφέας κι έχει ακόμα ο θεός! Τα επερίμενες συ από εμένα αυτά; Εγώ ποτέ.»[5]

Αλλά και τα Τέμπη και τα χωριά τους, ο συγγραφέας τα γνώρισε καλά το καλοκαίρι του 1891, όταν επισκέφτηκε την περιοχή. Και αυτές οι εντυπώσεις του δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο της εποχής, στο περιοδικό Το Άστυ με τίτλο «Θεσσαλικές εικόνες».

Η ιστορική πραγματικότητα του έργουΕπεξεργασία

 
Ο συγγραφέας τη περίοδο που έγραφε τον Ζητιάνο.

Το έργο είναι πιστό στην ιστορική αλήθεια μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια. Συγκεκριμένα, εκείνα τα χρόνια, και αμέσως μετά τη συνθήκη που υπογράφτηκε με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Κωνσταντινούπολη, το 1881 η Θεσσαλία κατελήφθη από τον Ελληνικό Στρατό και προσαρτήθηκε στην Ελλάδα. Τότε ορίστηκαν τα σύνορα του νέου κράτους, 4 χλμ. νότια από τον Πλαταμώνα και ακολουθώντας την κορυφογραμμή του κάτω Ολύμπου έφτανε μέχρι τα στενά της Μελούνας, ορίζοντας τον Τύρναβο και τα χωριά του στην Ελληνική Επικράτεια. Κατά μήκος της γραμμής των συνόρων υπήρχαν τελωνεία με πιο απόμακρο στο Τσάγεζι στο οποίο αρχικά υπηρετούσε και ο Βαλαχάς, ο τελωνοφύλακας του έργου. Αλλά λόγω κακής διαγωγής, ο τελώνης τον μετέθεσε στο Νυχτερέμι «τον αρρωστότοπον, όπου πυρετός — αχόρταγη λάμια, βυζαίνει το αίμα του ανθρώπου έως το κόκκαλο». Το Νυχτερέμι δεν είναι άλλο από το σημερινό χωριό Παλαιόπυργος Λαρίσης[6] και το διπλανό Λασποχώρι δεν είναι άλλο από το σημερινό Ομόλιο Λαρίσης[7].

Όλα αυτά τα χρόνια εξάλλου, αλλά και τα επόμενα που θα ακολουθήσουν το σημαντικότερο ζήτημα ήταν η διάδοχη κατάσταση των περιουσιών των Τούρκων που αποχωρούσαν πλέον από τη Θεσσαλία. Όπως είχε γίνει και από το 1833 και μετά με την προσάρτηση της Λαμίας στο Ελληνικό Βασίλειο, οι Τούρκοι ιδιοκτήτες γης άρχισαν να πουλάνε την περιουσία τους σε Έλληνες. Η περιουσία τους, τις περισσότερες φορές ήταν ολόκληρα χωριά και από αυτά υπήρχαν τα τσιφλίκια, χωριά που ανήκαν σε Τούρκους ιδιοκτήτες εξ ολοκλήρου η γη, τα ζώα, οι άνθρωποι και σε κεφαλοχώρια που ήταν συνήθως άγονα και ορεινά χωριά που τα καλλιεργούσαν ελεύθεροι καλλιεργητές και σε αυτά οι Τούρκοι κατείχαν κάποια έκταση χωραφιών. Συνήθως αγοραστές τελικά γίνονταν πλούσιοι Έλληνες του παροικιακού Ελληνισμού, κυρίως για τα τσιφλίκια, και τότε οι αγρότες απλώς άλλαζαν την εθνικότητα του αφεντικού τους χωρίς να αλλάξει στο ελάχιστο η ζωή και οι οικονομικές τους σχέσεις. Οι αγοραπωλησίες γίνονταν μέσα σε κλίμα ανασφάλειας αλλά και ασάφειας.

Οι Τούρκοι τσιφλικάδες εγκατεστημένοι στη Λάρισα προχωρούσαν σε αγοραπωλησίες με συχνά ανύπαρκτους τίτλους, με εξαπατήσεις, δολοπλοκίες και γενικά όπως μπορούσαν να αποκομίσουν το μεγαλύτερο κέρδος. Για τη διευθέτηση συγκροτήθηκε μεικτή επιτροπή αποτελούμενη από Έλληνες και Τούρκους δικαστές και η οποία εκδίκαζε τις διαφορές και βέβαια έδωσε στην κυριολεξία τροφή στους δικηγόρους που αναλάμβαναν είτε τη μία είτε την άλλη πλευρά και την αντιπροσώπευση της στα δικαστήρια[8].

Το Νυχτερέμι και τα γύρω χωριά είχαν πατηθεί από τον Αλή Πασά, τότε που ο γιος του, ο Βελή πασάς ήταν πασάς στο Τύρναβο. Τότε ο Βελής — ύστερα από διαταγή του πατέρα του — μάζεψε τις κεφαλές των χωριών και ζήτησε να του κάνουν παραχωρητήριο τα εύφορα χωράφια τους. Όσα χωριά είχαν καλούς προεστούς, όπως αυτό της Ραψάνης, ή όπως αυτό της Κρανιάς ή το Κονομιό που κρέμεται πάνω από το Τσάγεζι, με διάφορους τρόπους αντιστάθηκαν. Του Νυχτερεμιού όμως οι πρόκριτοι υπέγραψαν αμέσως το παραχωρητήριο, όπως και στον Πυργετό, το Λασποχώρι και στην Αίγανη. Μετά την κατατρόπωση του Αλή από το σουλτάνο, τα παραχωρητήρια πέρασαν στα χέρια του Χουρσίτ πασά. Ο Τούρκος μπέης της περιοχής λοιπόν ήθελε και αυτός να τα πουλήσει, λέγοντας πως ήταν δικά του και ήταν κανονικά τσιφλίκια. κάτι όμως που δεν ίσχυε γιατί το παραχωρητήριο είχε κάποιους όρους που επέτρεπαν στους χωριάτες να χτίζουν οι ίδιοι τα σπίτια τους και να μη μπορεί κανείς να τους διώξει από εκεί, τα αμπέλια και τα ζώα τους να είναι 100% δικά τους και να μη μπορεί να τους τα πάρει και από τα χωράφια ακόμα μόνο το 1/3 της σοδειάς δινόταν στον Τούρκο. Έτσι, κατέφυγαν ο μπέης από τη μια, οι χωριάτες από την άλλη, στην ελληνική Δικαιοσύνη για να βγάλει απόφαση[9].

Για την ιστορία, όλα αυτά τα χωριά τα αγόρασε ο κεφαλονίτης Αριστείδης Μεταξάς από την πλευρά του Πυργετού και ο Γεώργιος Σκιαδαρέσης από την πλευρά του Λασποχωρίου, σύνολο έκτασης 300.000 στρέμματα[10].

Η θέση της γυναίκας στο μυθιστόρημαΕπεξεργασία

Γυναίκες από όλο το ηλικιακό φάσμα, παντρεμένες και ανύπαντρες, δέσμιες της φτώχειας της δεισιδαιμονίας και της αγυρτείας. Περιγράφεται με ρεαλισμό και δηλώνεται η έντονη αποχή της από την κοινωνική ζωή. Η γυναίκα είναι απολύτως υποβαθμισμένη από τη λήψη σοβαρών κοινωνικών αποφάσεων. Είναι νοικοκυρές, δουλεύτρες του σπιτιού και του χωραφιού. Οι παραγωγικές ασχολίες της θεσσαλής γυναίκας είναι οικιακές και αγροτοκτηνοτροφικές αλλά και αφορούν την φροντίδα μελών της οικογένειας. Η γυναικεία ονοματοποιία είναι δηλωτική επίσης της εξαρτησης από τον αντρικό κόσμο. Συχνοί είναι οι ξυλοδαρμοί. Έκδηλη είναι η ιεράρχηση: άνδρες, ηλικιωμένες και νεαρώτερες. Ο κόσμος τους είναι σεξιστικά οργανωμένος με αποτέλεσμα να αυτοϋποτιμώνται, ενώ η θηλυγονία είναι κάτι το απευκταίο. Η εμμονή στις προλήψεις είναι χαρακτηριστικό του μεταφυσικού σύμπαντός τους.[11]

ΚριτικήΕπεξεργασία

Ο Πέτρος Χάρης γράφει ότι «ο ζητιάνος κατορθώνει με τη πονηριά του να οδηγήσει το χωριό στον όλεθρο. Παίζει με όλες τις προλήψεις, με όλες τις αδυναμίες, με όλες τις κακές συνήθειες των απλοϊκών χωρικών. Και σκοπός του είναι μόνο, να γίνει πλούσιος. Να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει — τη ζητιανιά — όσο καλύτερα γίνεται. Η ιστορία της ράτσας του τρομάζει τον αναγνώστη. Ο ζητιάνος με κάθε κατόρθωμά του παραμερίζει και από μια κουρτίνα για να αφήσει τον αναγνώστη να δει και από μια πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας: η κακή διοίκηση, η δυσκίνητη δικαιοσύνη, η μικροπολιτική, η ρουσφετολογία, μια ελεεινή συγκρότηση κράτους.»[12]

Ο Δημαράς αναφέρει ότι «Ο Ζητιάνος, μακρό διήγημα με πολλά ηθογραφικά στοιχεία, είναι από τα πιο προωθημένα νεοελληνικά έργα στην κατεύθυνση του νατουραλισμού[13]

«Ο αφηγηματικός χρόνος — από Πέμπτη μέχρι Κυριακή — συμπυκνώνει ωστόσο αιώνες πνευματικής αμάθειας, αιώνες κοινωνικού απομονωτισμού και ιδιοτελούς συμφέροντος. Εξαίρετες επίσης οι σκηνές του πλήθους με την απεικόνιση της ομαδικής ψυχολογίας των χωρικών της εποχής του, απαράμιλλες περιγραφές της φύσης και του περιβάλλοντος χώρου. Νουβέλα, ωστόσο, γραμμένη με πολύ θυμό. Θυμό για την πολιτική που ακολουθεί το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και επιτρέπει στη ζητιανιά να επιβιώνει, στο ρουσφέτι και στην "εκδούλευση" να βασιλεύει, στους δημοσίους υπαλλήλους να περιφρονούν τη δουλειά τους ή να λαδώνονται για να την κάνουν και κυρίως στη δεισιδαιμονία, την αμάθεια, τη δουλική συμπεριφορά να επιβιώνουν και να γίνονται ο μόνος τρόπος ύπαρξης για τους καταπιεζόμενους Καραγκούνηδες (και όχι μόνο).»[9]

Ο Φ. Πολίτης γράφει ότι «ο Τζιριτόκωστας δεν είναι απλώς ένας κοινός τύπος Κραβαρίτη. Είναι ο Έλλην πολιτικός, ο Έλλην επιστήμων, ο Έλλην χρηματιστής ή έμπορος, ο ολέθριος "έξυπνος" Ρωμηός της εποχής μας».[2]

ΕκδόσειςΕπεξεργασία

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία σε συνέχειες από τις 9 Απριλίου έως τις 8 Ιουνίου 1896, χωρισμένο σε 5 κεφάλαια: Α΄ «Κάθε τόπος και άνθρωπος», Β΄ «Τα μυστήρια της ζητιανιάς», Γ΄ «Και με τα βότανα της γης γιατρεύονται τα πάθη», Δ΄ «Ο βρυκόλακας» και Ε΄ «Η δικαιοσύνη».

Η πρώτη έκδοση σε βιβλίο έγινε το 1897 από το «Τυπογραφείον της Εστίας» των Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη. Η β΄ έκδοση έγινε από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας» του Ι. Δ. Κολλάρου το 1920 με διαφορετικούς τίτλους κεφαλαίων, και συγκεκριμένα: Α΄ «Το συναπάντημα», Β΄ «Τα μυστήρια της ζητιανιάς», Γ΄ «Τα βότανα», Δ΄ «Ο βρυκόλακας» και Ε΄ «Δικαιοσύνη».

Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις από την Εστία του Κολλάρου διακοσμημένες με ξυλογραφίες του Ε. Σπυρίδωνος. Οι επόμενες εκδόσεις του έργου μετά τη λήξη των εκδοτικών δικαιωμάτων της Εστίας είναι:

  • 1973 εκδ. Πέλλα (παιδικό),
  • 1973 εκδ. Δαμιανός με εικονογράφηση της Ελένης Καλκάνη,
  • 1973 εκδ. Θεσσαλονίκης,
  • 1985 Δωρικός,
  • 1989 Νεφέλη – η επιμέλεια της σειράς έγινε από τον Μανώλη Αναγνωστάκη,
  • 1994 Μίνωας (παιδικό),
  • 1997 Ρέκος (παιδικό),
  • 1999 Βιβλιοπωλείο της Εστίας- πιστή επανέκδοση του πρωτοτύπου, 1999 Αύρα,
  • 2001 Ενάλιος,
  • 2003 Επικαιρότητα,
  • 2004 DeAgostini,
  • 2006 Ελληνικά Γράμματα (εκτός εμπορίου, διανεμήθηκε από την εφημερίδα Τα Νέα),
  • 2009 Εμπειρία Εκδοτική,
  • 2011 Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη εισαγωγικό σημείωμα του Αλέξη Ζήρα,
  • 2012 e-Anagnosis e-book,
  • 2013 Πελεκάνος e-book[14]

Μεταφράσεις του έργουΕπεξεργασία

  • Ολλανδικά: Karkavitsas, A. De Bedelaar: roman. [tr.by]: J. A. Lambert-van der Kolf. Rotterdam: W. L. & J. Brusse, 1924.
  • Αγγλικά: Karkavitsas, Andreas. The beggar: a novel. [tr.by]: William F. Wyatt. New Rochelle, N. Y.: Caratzas Brothers, 1982. ISBN 0-892-41372-7.
  • Ιταλικά: Karkavitsas, Andreas. Tre racconti. [tr.by]: Maria Caracausi, Introduction - Notes Maria Caracausi. Palermo: L' Epos, 1995.
  • Γερμανικά: Karkavitsas, Andreas. Der Bettler: Roman. [tr.by]: Ulf-Dieter Klemm, Illustration Fritz Klemm. Köln: Romiosini Verlag, 2002. ISBN 3-923728-10-7.
  • Γαλλικά: Karkavitsas, Andréas. Le mendiant. [tr.by]: Marc Terrades. Paris: L'Harmattan, 2009. ISBN 978-2-296-07554-2.

Στην τηλεόρασηΕπεξεργασία

 
Ο Ανέστης Βλάχος στο ρόλο του ζητιάνου.

Το έργο έχει μεταφερθεί και στην τηλεόραση. Προβλήθηκε στην ΥΕΝΕΔ το 1982, σε 13 ωριαία επεισόδια με σε σκηνοθεσία του Μάριου Ρετσίλα και με πρωταγωνιστή στο ρόλο του ζητιάνου τον Ανέστη Βλάχο. Συμμετείχαν επίσης οι ηθοποιοί Χρήστος Ζορμπάς, Σοφία Ολυμπίου, Λάζος Τερζάς, Βασίλης Τσάγκλος, Ντίνος Δουλγεράκης, κ.ά.[15]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Θανάσης Παπαθανασοπουλος, στο www.anohora.gr/new2/wp.../LOBOTINA_18.pdf
  2. 2,0 2,1 Eφημερίδα Πολιτεία, 7 Νοεμβρίου 1922 με θέμα «O Καρκαβίτσας» και με αφορμή το θάνατο του συγγραφέα.
  3. http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode...t...
  4. Άπαντα Καρκαβίτσα, τόμος 4, σελ. 59. Έκδοση του 1973.
  5. Άπαντα Καρκαβίτσα, τόμος 4, σελ. 434. Εκδόσεις Καπόπουλος, 1973.
  6. http://www.dimosagias.gr/o-dimos/de.../topiki-koinotita-palaiopyrgou.html
  7. http://www.dimosagias.gr/o-dimos/de.../topiki-koinotita-omoliou.html
  8. Ιωάννης Ευάγγελος Μακρής, «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χωριών της επαρχίας Ζητουνίου κατά τα πρώτα μεταπελευθερωτικά χρόνια (1833-1840) σύμφωνα με τα πρακτικά της Μικτής Ελληνοτουρκικής Δικαστικής Επιτροπής». 3ο Συνέδριο Φθιωτικής Ιστορίας.
  9. 9,0 9,1 Έρη Σταυροπούλου, λήμμα «Αντρέας Καρκαβίτσας», Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμος Η΄, σελ. 199-200. Εκδ. Σοκόλη, Αθήνα.
  10. http://www.eleftheria.gr/index.asp?cat=7&aid=27897
  11. Βούλα Μπασινού, «Η Θεσσαλή γυναίκα στο Ζητιάνο του Ανδρέα Καρκαβίτσα», στο: Όμιλος Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας, Η Λάρισα και η περιοχή της Από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα-Πρακτικά 3ου Συνεδρίου Λαρισαϊσκών Σπουδών, Λάρισα , 8-9 Απριλίου 1995, Λάρισα 1997, σελ.411-425
  12. Πέτρου Χάρη «Έλληνες Πεζογράφοι», σελ. 107. Εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1954.
  13. Ό.π. σελ. 426.
  14. http://www.biblionet.gr/author/329
  15. http://www.ert-archives.gr/V3/public/d--index-archive-tv-movies.aspx