Συντεταγμένες: 40°41′31″N 39°39′28″E / 40.69194°N 39.65778°E / 40.69194; 39.65778

Η Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά είναι ένα χριστιανικό μνημείο της Τουρκίας. Λειτουργούσε ως μοναστήρι έως τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Παναγία Σουμελά
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Παναγία Σουμελά
Παναγία Σουμελά
Sumela From Across Valley.JPG
Είδοςμοναστήρι και αξιοθέατο
Γεωγραφικές συντεταγμένες40°41′24″N 39°39′30″E
Θρησκευτική υπαγωγήd:Q20497655
Διοικητική υπαγωγήMaçka
ΧώραΤουρκία
Έναρξη κατασκευής386
Προστασίαενδεικτικός κατάλογος Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς (από 2000)
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα
Άποψη της Ι.Μ. Παναγίας Σουμελά

Η προέλευση του ονόματος προέρχεται από τη Λαζική λέξη σούμελα [sumela], που σημαίνει αγία Τριάδα.[1]

ΙστορίαΕπεξεργασία

Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Αθηναίοι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απρόσιτες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα.[εκκρεμεί παραπομπή]

 
Αγιογραφία στην Παναγία Σουμελά

Οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Βαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο.

Κοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.[εκκρεμεί παραπομπή]

Οι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Μεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Μανουήλ Γ΄ του Κομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Μερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο το 644. Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας Ιωάννης B΄ Κομνηνός (1285-1293), Αλέξιος B΄ Κομνηνός (1293-1330), Βασίλειος Α΄ Κομνηνός (1332-1340).

 
Η Παναγία Σουμελά

Μεγάλοι ευεργέτες της μονής ήταν ο Μανουήλ Γ΄ Κομνηνός (1390-1417), και ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390). Ο πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιο ξύλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στην Καστανιά της Bέροιας. Ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Μεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Της χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Κτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Κομνηνός Αλέξιος εν Χριστώ σθένων / πιστός Βασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Αεισέβαστος, Ευσεβής, Αυτοκράτωρ / Πάσης Ανατολής τε και Ιβηρίας / Κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».

Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Οι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Ιμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Χαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Αλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Αλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Αναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.[εκκρεμεί παραπομπή]

Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Ιωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Ακρίτα.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το 1863 σύμφωνα με τους Εθνικούς Κανονισμούς καταργήθηκαν με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως οι εξαρχίες και τα εξαρχιακά χωριά των μονών του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα, του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και της Παναγίας Σουμελά και συγκροτούν από τότε την Αρχιεπισκοπή της Ροδοπόλεως με πρώτο αρχιεπίσκοπο τον Γεννάδιο Μησαϊλίδη. Όμως εξαιτίας των ακραίων αντιδράσεων που προέκυψαν από τις μονές και από τα χωριά εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το Φανάρι αναγκάστηκε να καταργήσει την Αρχιεπισκοπή 4 χρόνια μετά και να επαναφέρει το εξαρχικό εκκλησιαστικό διοικητικό καθεστώς των Μονών.[2]

Τα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Νεότουρκων και των Κεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 οι Τούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Αφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Ελλήνων. Οι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού.[εκκρεμεί παραπομπή]

Τον Ιούνιο του 2010 το Τουρκικό Κράτος έδωσε άδεια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για να τελεστεί στη μονή η λειτουργία για την γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου 2010[3], με την Τουρκία να προσδοκά τόσο στην έξωθεν καλή μαρτυρία για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών όσο και σε οικονομικά οφέλη από την αύξηση των τουριστών στην περιοχή τις ημέρες αυτές. [4] Στην απόφαση να ανοίξει η μονή για μία ημέρα διεκδικεί μερίδιο και η Ρωσική Εκκλησία.[5] Αυτή ήταν η πρώτη φορά ύστερα από 88 έτη που το μοναστήρι λειτούργησε ξανά ως εκκλησία, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε μουσείο.[εκκρεμεί παραπομπή]

Το σημερινό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου Παναγία ΣουμελάΕπεξεργασία

 
Η νέα Παναγία Σουμελά, στην Καστανιά Ημαθίας

Με ενέργειες του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.

Το 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του παλιού μοναστηριού. Ο υπέργηρος Ιερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο Αμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Από τον μοναχό Ιερεμία έμαθε ο Αμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Αμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Κωνσταντινούπολη και από εκεί για την Τραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Αθήνα με τα κειμήλια.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η εικόνα εκτέθηκεγια 20 χρόνια στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Ιασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Ελλάδας.[6]

Το 1951 ο Φίλων Κτενίδης συνέβαλε στη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας. Σήμερα αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. http://karibche.ambebi.ge/eklesia/tadzrebi-da-monastrebi/2932-arsebobs-cnoba-rom-davith-aghmashenebels-mitsebi- sheutsiravs-monastristhvis.html (in Georgian)
  2. Τα σκάνδαλα του Σουμελά και η αλήθεια, Δοξόπουλος Ιωάννης Χ. (1911)
  3. Μαρία Αντωνιάδου, Λειτουργία στον Πόντο μετά 88 έτη, Το Βήμα, 9 Ιουνίου 2010
  4. Αριστοτελίας Πελώνη, Τουρκικές προσδοκίες από την Παναγία Σουμελά Αρχειοθετήθηκε 2011-04-09 στο Wayback Machine., Τα Νέα, 7 Αυγούστου 2010
  5. Σταύρος Τζίμας, Χαμηλοί τόνοι στη λειτουργία της Σουμελά Αρχειοθετήθηκε 2012-02-04 στο Wayback Machine., Καθημερινή, 04-07-10
  6. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Αθηνών: «Αναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Μονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Αθήναι!. Και θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
    Εμέν Κρωμναίτε λένε με
    Κανέναν κι φογούμαι.
    Ση Σουμελάς την Παναγιάν
    θα πάγω στεφανούμαι!»[εκκρεμεί παραπομπή]

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία