Η Πολιορκία του Σιρμίου το 579 και η κατάληψη του από τους Άβαρους το 582 ήταν ένα σημαντικό πολεμικό γεγονός των πολέμων μεταξύ Αβάρων και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η πτώση της πόλης στους Αβάρους στέρησε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το μεγάλο προπύργιο της στη βορειοδυτική όχθη του Δούναβη, ανοίγοντας το δρόμο για καταστροφικές επιδρομές από τους Αβάρους και τους Σλάβους συμμάχους τους στα Βαλκάνια.

Ιστορικό της πολιορκίαςΕπεξεργασία

 
Προσευχή χαραγμένη σε κέραμο από το Σίρμιο: "Χρ(ιστέ) Κ(ύριε) βοήτι τῆς πόλεως κ΄ἔρυξον τὸν Ἄβαριν κὲ πύλαξον τὴν Ῥωμανίαν κέ τὸν γράψαντα ἀμήν"

Οι Άβαροι είχαν προσπαθήσει ξανά να καταλάβουν την πόλη το 568 χωρίς επιτυχία[1]. Οι Άβαροι θεωρούσαν το Σίρμιο ότι τους ανήκε εφόσον κατέκτησαν τους Γέπιδες και την επικράτεια τους και οι Βυζαντινοί κακώς το είχαν κατακτήσει εφόσον η επικράτεια των Γέπιδων τους ανήκε εξ ολοκλήρου[2].

Το 579 ο χαγάνος Βαϊνός παραβιάζοντας την συνθήκη του 574 μάζεψε στρατό και ξεκίνησε να κατασκευάζει γέφυρα στον Σάβο ανάμεσα στην Σιγγιδόν και το Σίρμιο[3]. Στις διαμαρτυρίες του βυζαντινού στρατηγού της Σιγγιδόν, Σήθου ο χαγάνος απάντησε ότι ήθελε να περάσει στρατό για να κτυπήσει τα Σλαβικά φύλα που δεν είχαν δεχτεί τη επικυριαρχία του, δίνοντας μάλιστα τους ανάλογους όρκους αλλά στέλνοντας και πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη για να επιβεβαιώσουν στον Τιβέριο Β΄ τις προθέσεις του[4]. Όταν όμως η κατασκευή της γέφυρας τελείωσε νέα διπλωματική αποστολή πήγε στη Κωνσταντινούπολη κι απαίτησε τη παράδοση του Σιρμίου, ο αυτοκράτορας Τιβέριος αρνήθηκε και ξεκίνησε την οργάνωση της άμυνας της πόλης[4].

Η πολιορκία κράτησε τρία χρόνια, από την πλευρά των Βυζαντινών διοικητής ήταν ο στρατηγός Θεόγνης όπου και αρνήθηκε προτάσεις των Άβαρων να παραδώσει το Σίρμιο[5]. Οι Άβαροι πολιόρκησαν στενά την πόλη η οποία αντιμετώπισε πρόβλημα ανεφοδιασμού με αποκλεισμένο τον Σάβο και τους δρόμους, αντίθετα με τους Άβαρους όπου μέσω της γέφυρας είχαν πλήρη ανεφοδιασμό[5].

Η παράδοσηΕπεξεργασία

Ο Τιβέριος μην μπορώντας να ανεφοδιάσει την πόλη και λόγω της κατάστασης που είχαν περιέλθει οι αμυνόμενοι ζήτησε από τον Θεόγνη να διαπραγματευτεί την παράδοση της πόλης[6]. Οι Άβαροι ζήτησαν φόρους τριών ετών, την αποχώρηση των κατοίκων χωρίς τα υπάρχοντα τους, και την παράδοση του Άβαρο ιερέα Βουκολάβα που αποπλάνησε μία σύζυγο του χαγάνου κι είχε διαφύγει εκεί[6]. Οι Άβαροι όταν εισήλθαν στην πόλη αναφέρεται ότι πρόσφεραν τροφή σε όλους τους κατοίκους οι οποίοι τελικά αποχώρησαν με τα υπάρχοντα τους[6].

Με την κατάληψη του Σιρμίου οι Άβαροι κατείχαν πια όλα τα εδάφη των Γέπιδων που πίστευαν τους ανήκαν δικαιωματικά, δεν ξανά έκαναν πόλεμο για κατάληψη εδαφών μόνο επιδρομές και προσωρινές καταλήψεις για λύτρα[6].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Καρδαράς, σελ. 36
  2. Καρδαράς, σελ. 35
  3. Καρδαράς, σελ. 48
  4. 4,0 4,1 Καρδαράς, σελ. 49
  5. 5,0 5,1 Καρδαράς, σελ. 50
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Καρδαράς, σελ. 51

ΠηγέςΕπεξεργασία