Άνοιγμα κυρίου μενού

«οὐκ ἔστι δὲ εὐνομία τὸ εὖ κεῖσθαι τοὺς νόμους, μὴ πείθεσθαι δέ».
Δεν είναι ευνομία το να υπάρχουν σωστοί νόμοι αλλά να μην τους υπακούει κανείς."


Η έννοια της Πολιτείας δικαίου είναι δημιούργημα των νεότερων χρόνων, ιδιαίτερα δε της εποχής που έληξε το απολυταρχικό καθεστώς που επικρατούσε στην Ηπειρωτική Ευρώπη και εισήχθησαν οι δημοκρατικές αρχές διακυβέρνησης των κρατών που στηρίζονταν στη λαϊκή αντιπροσώπευση μέσω του συστήματος του κοινοβουλευτισμού. Απαρχή της εισαγωγής των δημοκρατικών αυτών θεσμών αποτελεί η Γαλλική Επανάσταση, που παρά τις κατά καιρούς παλινoρθώσεις, θεωρείται να λήγει το απολυταρχικό καθεστώς.

Ο μυλωθρός του ΠότσδαμΕπεξεργασία

Στα γερμανικά συγγράμματα[1] αναφέρεται η φράση του μυλωθρού του Πότσδαμ: «υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο», όταν διεκδικώντας με προτροπή του ηγεμόνα, αγρόκτημά του, προσέκρουσε στην αντίδραση των δικαστηρίων. Επίσης από την ιστορία βεβαιώνεται ότι ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄, αν και απόλυτος μονάρχης, δεν μπόρεσε τελικά, καίτοι κεκετημένος το δικαίωμα της αρνησικυρίας, να αποτρέψει δικαστική απόφαση στην περιλάλητη «Υπόθεση περιδεραίου» που άπτονταν του κύρους της βασίλισσας Μαρίας Αντουανέττας.

Ιστορική προέλευση της Πολιτείας δικαίουΕπεξεργασία

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της απολυταρχικής εποχής ήταν η συγκέντρωση κάθε εξουσίας στα χέρια του ηγεμόνας. Ο ηγεμόνας ήταν ταυτόχρονα παράγοντας της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας. Η διάκριση όμως αυτή που είχε γίνει ήδη από τον Αριστοτέλη στα Πολιτικά (Δ 1297b )[2] έχει χαρακτήρα καθαρά θεωρητικό και φιλοσοφικό, χωρίς πρακτικές συνέπειες. Συνέπειες πρακτικές αποκτά ο ουσιαστικός χωρισμός των λειτουργιών, μόνον όταν συνοδεύεται από το τυπικό ή οργανικό χωρισμό. Τυπικός ή οργανικός είναι ο χωρισμός, όταν δεν αρκούμεθα στη θεωρητική, τη φιλοσοφική διαπίστωση, ότι οι ενέργειες της Πολιτείας διαιρούνται σε νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές, αλλά αναθέτουμε κάθε μία από τις λειτουργίες αυτές σε ιδιαίτερο όργανο. Αυτό παρατηρήθηκε από τον πρόδρομο της Πολιτείας δικαίου (Μοντεσκιέ), ο οποίος στο βιβλίο του «Περί του Πνεύματος των νόμων» (1748),[3] διατύπωσε την αντίληψη ότι οι εξουσίες, όταν είναι συγκεντρωμένες σε ένα μόνο πρόσωπο, οδηγούν στην κατάπνιξη της ελευθερίας και ότι ο χωρισμός των λειτουργιών και η κατανομή τους σε διάφορες αρχές υπαγορεύεται από την ίδια τη φύση του Κράτους. Ο δε Ρουσσώ στο «Κοινωνικόν Συμβόλαιον» (1762 καταπολεμώντας ομοίως τη συγκέντρωση των εξουσιών στο ίδιο πρόσωπο τόνιζε: «ότι ο νόμος, εκφράζοντας τη βούληση του έθνους, πρέπει να υπερέχει και της διοίκησης και των δικαστηρίων και ότι οι διοικητικές και οι δικαστικές αρχές πρέπει να υποτάσσονται στο νόμο».[4]

Τα στοιχεία της Πολιτείας δικαίουΕπεξεργασία

Δύο είναι τα κύρια στοιχεία της Πολιτείας δικαίου από τα οποία συγκροτείται η έννοια της Πολιτείας δικαίου: ο χωρισμός των λειτουργιών και η υποταγή της διοίκησης στο νόμο.

  • Όταν η Πολιτεία ενεργεί κατ΄ανάγκην εκτελεί ένα από τα τρία έργα: δηλαδή ή θα νομοθετεί ή θα εκτελεί τον νόμον ή θα δικάζει για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των νόμων.

Η υποταγή της διοίκησης στο νόμο ή η νομιμότητα της διοίκησηςΕπεξεργασία

Από τη διάκριση αυτή των οργάνων σε τρεις κατηγορίες δημιουργείται αυτόματα και η έννοια της αρμοδιότητας. Τα νομοθετικά όργανα είναι αρμόδια να θέτουν τον κανόνα, τα εκτελεστικά ή διοικητικά είναι αρμόδια να εκτελούν αυτόν, τα δε δικαστικά να επιλύουν τις προκύπτουσες αμφισβητήσεις από την εφαρμογή του νόμου. Επειδή η υπέρβαση των ορίων της αρμοδιότητας κάθε οργάνου απαγορεύεται συνάγεται ότι πρέπει να ενεργεί μέσα στα όρια της δικής του αρμοδιότητας. Τα εκτελεστικά ή διοικητικά όργανα, αρμόδια να εκτελούν τον νόμο, δεν μπορούν να δικάσουν, αλλά κυρίως δεν μπορούν να νομοθετήσουν, αλλά είναι υποχρεωμένα να εκτελούν απλώς, να εφαρμόζουν τον νόμο. Δεν μπορούν να ενεργούν εναντίον του νόμου (contra legem) ή αντί του νόμου (praeter legem), αλλά μόνο σύμφωνα προς τον νόμο (secundum legem).[5]

Η αρχή της νομιμότηταςΕπεξεργασία

Η δέσμευση αυτή αποκαλείται «υποταγή της διοίκησης στο νόμο» ή «αρχή της νομιμότητας της διοίκησης». Η αρχή αυτή της «νομιμότητας της διοίκησης», βάσει της οποίας καμία εκτελεστική διοικητική πράξη δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς να την προβλέπει ο νόμος, κατευθύνει το Διοικητικό Δίκαιο των συγχρόνων κρατών, καθιερώνεται δε και στο ελληνικό Σύνταγμα με διατάξεις που κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: 1.Στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 17, 78 κ.α. με τις οποίες δεν επιτρέπεται η επιβολή από τα διοικητικά όργανα περιορισμών που ανάγονται σε περιορισμένα θέματα, αν ο νόμος δεν το ορίζει, όπως δεν επιτρέπεται επιβολή ποινής χωρίς νόμο άρθρ. 7.1, ούτε επιβολή φορολογίας χωρίς νόμο άρθρ. 78, ούτε αφαίρεση της ιδιοκτησίας χωρίς νόμο άρθρ. 17 κλπ.
2.Η καθιέρωση του τυπικού ή οργανικού χωρισμού των λειτουργιών άρθρ. 26.
3.Η αρχή της νομιμότητας καθιερώνεται επίσης με το άρθρο άρθρ. 95, του ισχύοντος Συντάγματος με τη θέσπιση του θεσμού της ακύρωσης των διοικητικών πράξεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. Με τη διάταξη αυτή επιτάσσεται ο έλεγχος της τήρησης της συνταγματικής αρχής της νομιμότητας της διοίκησης, ανατίθεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. W. Jellinek μτφρ. Παπαδοπούλου, «το χρονικόν της υποθέσεως» Α΄σ. 246
  2. Αριστοτέλης,Πολιτικά «ἔστι δὴ τρία μόρια τῶν πολιτειῶν πασῶν... ἓν μὲν τί τὸ βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς... τρίτον δέ τί τὸ δικάζον.»Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ 1297b
  3. Μοντεσκιέ, Το πνεύμα των νόμων, εκδ. ΓΝΩΣΗ ISBN 960-235-562-X
  4. Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Κοινωνικό Συμβόλαιο, εκδ. Δαμιανός ISBN 960-228-192-8
  5. Μιχαήλ Στασινόπουλος , Διοικητικόν Δίκαιο σ. 4

Σχετικά θέματαΕπεξεργασία