Άνοιγμα κυρίου μενού
Η αποχέτευση της Κίτρινης περιόδου και στο βάθος το δημόσιο πηγάδι.

Η Κίτρινη περίοδος της Πολιόχνης, της προϊστορικής πόλης που ανακαλύφθηκε στην ανατολική Λήμνο, κοντά στο χωριό Καμίνια, είναι η πιο ακμαία περίοδος της πόλης και αντιστοιχεί στην περίοδο 2400-2100 π.Χ. σύμφωνα με τη χρονολόγηση της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

Αρχαιολογικές πληροφορίεςΕπεξεργασία

Η Κίτρινη Πολιόχνη είναι η πιο ακμαία περίοδος στην ιστορία αυτής της πόλης. Αντιστοιχεί στην επίσης πολύ αναπτυγμένη Τροία ΙΙ-ΙΙΙ. Οι δυο πόλεις έχουν ταυτόσημους αλληλοεπηρεαζόμενους πολιτισμούς, αλλά η τεχνική της Πολιόχνης είναι πιο προηγμένη.

Τρανότερο παράδειγμα της σχέσης των δύο πόλεων αποτελεί ο χρυσός Θησαυρός της Πολιόχνης, που είναι ανάλογος με το Θησαυρό του Πριάμου, που ανακάλυψε ο Σλήμαν στην Τροία. Τα κοσμήματα έχουν πλήθος από σκαλίσματα λεπτής τεχνικής, θυμίζουν τη λιτότητα του αρχαϊκού ελληνικού ρυθμού αλλά έχουν και ανατολίτικες επιρροές. Οι καρφίτσες, τα σκουλαρίκια, τα δαχτυλίδια, τα βραχιόλια, τα περιδέραια και τα άλλα περίτεχνα κοσμήματα φανερώνουν ότι η Πολιόχνη δεν ήταν ξεκομμένη από τους άλλους αιγαιοπελαγίτικους πολιτισμούς αλλά ένα ιδιόμορφο κομμάτι τους, μια παραλλαγή τους.

Υπάρχουν όμως και άλλα κοινά μεταξύ της Πολιόχνης και των πρωτοελλαδικών οικισμών, που δείχνουν ότι η Πολιόχνη δέχθηκε μεν την επίδραση των μικρασιατικών πληθυσμών, που ήταν οι φορείς της τέχνης του χαλκού (ίσως να αποικίστηκε κατά καιρούς από αυτούς), χρησιμοποίησε αυτή τη γνώση, που σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της θέση της έδωσε πλούτο και δύναμη, αλλά παράλληλα οι κάτοικοί της διατήρησαν τα παραδοσιακά αιγαιοπελαγίτικα πολιτισμικά τους στοιχεία.

Εκτός από τη λιτότητα της διακόσμησης αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν ναοί ενώ είναι ελάχιστα τα λατρευτικά είδη (γύρω στα 20 οστέινα ειδώλια). Αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι πρωτοελλαδίτες του Αιγαίου είχαν υποτυπώδεις θρησκευτικές ιδέες. Κανείς ναός ή ιερό δεν έχει βρεθεί στον ελλαδικό χώρο από αυτή την περίοδο. Αντίθετα στους ανατολικούς λαούς έχουν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα ιερά. Επίσης, δεν είναι τυχαίο, ότι δεν έχει βρεθεί η νεκρόπολη της Πολιόχνης. Τα πρωτοελλαδικά νεκροταφεία είναι επίσης ελάχιστα. Μόνο δυο τεφροδόχες με στάχτη νεκρών έχουν βρεθεί, δείγμα ότι ίσως έκαιγαν τους νεκρούς τους.

Την Κίτρινη περίοδο νέες τεχνικές αγγειοπλαστικής έφθασαν στην πόλη από τα ελλαδικά κέντρα πολιτισμού. Η Πολιόχνη διευρύνεται και άλλο και καταλαμβάνει έκταση σχεδόν δύο εκτάρια. Γίνονται προσπάθειες κοινωνικής οργάνωσης. Δημιουργούνται δημόσιοι χώροι, διοικητήριο, πλακόστρωτοι δρόμοι, πλατείες κ.λπ. Στους ευρείς δρόμους υπάρχουν μεγάλες κατοικίες με βοηθητικούς χώρους, ενώ στα σοκάκια μικρότερες, δείγμα κοινωνικών ανισοτήτων. Κατασκευάζονται δημόσια πηγάδια, αγωγοί ύδρευσης και σύστημα αποχέτευσης (μικρός υπόνομος).

Ο πληθυσμός της πόλης αυτή την εποχή υπολογίζεται σε 600-800 κατοίκους. Υπάρχει αγορά γύρω από τον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο, στην οποία προφανώς έρχονται τόσο οι Λήμνιοι της ενδοχώρας, όσο και ξένοι έμποροι από τη θάλασσα.

Η κεραμική έχει βελτιωθεί. Χρησιμοποιείται ένα νέο μίγμα από άργιλο και τα αγγεία ψήνονται καλύτερα. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιείται η επαναστατική τεχνική του τροχού. Διακρίνονται δύο κατηγορίες αγγείων: τα καθημερινά, που είναι απλούστερα και πιο ανθεκτικά και τα επίσημα, που είναι πιο λεπτά, πιο εύθραυστα και πιο περίτεχνα διακοσμημένα. Χαρακτηριστικό είναι το περίφημο δέπας αμφικύπελλο, το οποίο αναφέρει αργότερα ο Όμηρος.

Γενικά, τα αγγεία διαφέρουν πολύ από τα παλιότερα. Κατασκευάζονται σουρωτήρια, νεροχύτες (χύτρες με κρουνό), μεγάλα πιθάρια με ποικίλα διακοσμητικά στοιχεία και με διάφορους τύπους χειρολαβών. Επίσης, χάλκινες αιχμές δοράτων, αγκίστρια, καρφιά κ.λπ. Εξακολουθούν όμως να χρησιμοποιούνται και ορισμένα κοκάλινα εργαλεία, όπως βελόνες, μαχαιρίδια κ.ά. κάτι που σημαίνει ότι, παρά τη μακροχρόνια χρήση του χαλκού για 600 και πλέον χρόνια, κάποια αντικείμενα είναι ακόμα αναντικατάστατα.

Η ακμαία αυτή πόλη είχε τραγικό τέλος. Γύρω στο 2100 ισοπεδώθηκε από ένα μεγάλο σεισμό. Η καταστροφή ήταν τόσο φοβερή, ώστε η πόλη εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της, οι οποίοι δεν επέστρεψαν ούτε για να μαζέψουν τα πολύτιμα αντικείμενα, που άφησαν στα ερείπια, ανάμεσα στα οποία και τα χρυσά κοσμήματα. Δύο τουλάχιστον κάτοικοί της υπήρξαν θύματα αυτού του σεισμού, αφού βρέθηκαν καταπλακωμένοι από τα ερείπια ενός μεγάρου, κοντά στην έξοδό του.

Μετά την καταστροφή αυτή η Πολιόχνη ποτέ πια δεν θα αποκτήσει την παλιά της αίγλη. Οι περισσότεροι κάτοικοί της μάλλον μετοίκησαν στο Κουκονήσι, το οποίο γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή κατά την επόμενη περίοδο, τη λεγόμενη Καστανή.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • «Η πόλη της Πολιόχνης», Υπουργείο Πολιτισμού, 1987.
  • «Η Πολιόχνη και η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο Βόρειο Αιγαίο - Poliochni e l’ Antica Eta del Bronzo nell’ Egeo Settentrionale», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα 22-25 Απριλίου 1996, Scuola Archeologica Italiana di Atene, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1997.
  • Θ. Μπελίτσου, Η Λήμνος και τα χωριά της, 1994.
  • Θ. Μπελίτσου, Τα Καμίνια της Λήμνου, 2004.