Πρόγραμμα Blue Book

συστηματική μελέτη των ΑΤΙΑ από την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία
(Ανακατεύθυνση από Πρόγραμμα «Blue Book»)

Το Πρόγραμμα Blue Book (Project Blue Book, «Μπλε Βιβλίο» ή «Κυανή Βίβλος») υπήρξε μία συστηματική μελέτη που διεξήχθη από την Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με τα άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα (ΑΤΙΑ). Ξεκίνησε το 1952 και αποτέλεσε την τρίτη μελέτη του είδους της μετά τα προγράμματα Sign (1947) και Grudge (1949). Η μελέτη τερματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1969 και όλες οι δραστηριότητες υπό την αιγίδα της έπαυσαν επίσημα στις 19 Ιανουαρίου 1970. Το Πρόγραμμα Blue Book είχε δύο στόχους:

Χιλιάδες αναφορές ΑΤΙΑ συλλέχθηκαν, αναλύθηκαν και αρχειοθετήθηκαν. Ως αποτέλεσμα της έκθεσης Condon το 1968, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο όσον αφορά τα ΑΤΙΑ, το Πρόγραμμα Blue Book τερματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1969. Η Πολεμική Αεροπορία δημοσιοποίησε την ακόλουθη περίληψη των ερευνών της:

  1. Κανένα ΑΤΙΑ που αναφέρθηκε, διερευνήθηκε και αξιολογήθηκε από την Πολεμική Αεροπορία δεν αποτέλεσε ποτέ ένδειξη απειλής για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ
  2. Δεν υπήρχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να υποβλήθηκε ή να ανακαλύφθηκε από την Πολεμική Αεροπορία ότι θεάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως "απροσδιόριστες" αντιπροσωπεύουν τεχνολογικές εξελίξεις ή αρχές πέρα από το φάσμα της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης
  3. Δεν υπήρχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι θεάσεις που χαρακτηρίστηκαν ως "απροσδιόριστες" ήταν εξωγήινα οχήματα.[1]

Το Πρόγραμμα συγκέντρωσε 12.618 αναφορές ΑΤΙΑ μέχρι και τη λήξη του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες από αυτές ήταν παρερμηνείες φυσικών φαινομένων (σύννεφα, αστέρες κλπ.) ή συμβατικών αεροσκαφών. Σύμφωνα με το Εθνικό Γραφείο Αναγνώρισης, ορισμένες αναφορές μπορούν να εξηγηθούν ως θεάσεις πτήσεων των τότε μυστικών αεροσκαφών Lockheed U-2 και A-12.[2] Ένα μικρό ποσοστό αναφορών χαρακτηρίστηκε ως ανεξήγητο, ακόμη και μετά από σχολαστική ανάλυση. Οι αναφορές ΑΤΙΑ αρχειοθετήθηκαν και είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο του νόμου για την ελευθερία των πληροφοριών στις ΗΠΑ, αλλά τα ονόματα και λοιπές προσωπικές πληροφορίες όλων των μαρτύρων έχουν αποκρυφθεί.

Προηγούμενα προγράμματαΕπεξεργασία

Οι δημόσιες μελέτες ΑΤΙΑ από την Πολεμική Αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκίνησαν για πρώτη φορά με το Πρόγραμμα Sign στα τέλη του 1947, μετά από πολλές ευρέως δημοσιευμένες αναφορές ΑΤΙΑ.

Το Πρόγραμμα Sign δεν κατέληξε επισήμως σε συμπεράσματα όσον αφορά την αιτία των θεάσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον σμηναγό Έντουαρντ Ρούπελτ της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας (πρώτο διευθυντή του Προγράμματος Blue Book), η αρχική εκτίμηση του Sign που συντάχθηκε στα τέλη του καλοκαιριού του 1948, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ιπτάμενοι δίσκοι είναι πραγματικά σκάφη που δεν κατασκευάστηκαν ούτε από τη Σοβιετική Ένωση ούτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και πιθανόν είναι εξωγήινης προέλευσης. Η εκτίμηση αυτή διαβιβάστηκε στο αμερικανικό Πεντάγωνο, αλλά στη συνέχεια απορρίφθηκε λόγω έλλειψης υλικών αποδείξεων.

Το Πρόγραμμα Sign διαδέχτηκε στα τέλη του 1948 το Πρόγραμμα Grudge, το οποίο κατηγορήθηκε ότι έχει εντολή απομυθοποίησης των ΑΤΙΑ. Το Grudge κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύνολο των ΑΤΙΑ είναι φυσικά φαινόμενα ή άλλες παρερμηνείες, αν και έκανε επίσης γνωστό ότι το 23% των αναφορών δεν μπορούσε να εξηγηθεί.

Διευθυντές του ΠρογράμματοςΕπεξεργασία

Λίστα των διευθυντών του Προγράμματος Blue Book[3]
Από Έως Όνομα
Μάρτιος 1952 Φεβρουάριος 1953 Σγος Ε. Ρούπελτ
Φεβρουάριος 1953 Ιούλιος 1953 Ανχης Μπομπ Όλσον
Ιούλιος 1953 Μάιος 1954 Σγος Ε. Ρούπελτ
Μάρτιος 1954 Απρίλιος 1956 Σγος Τσαρλς Χάρντιν
Απρίλιος 1956 Οκτώβριος 1958 Σγος Τζορτζ Γκρέγκορι
Οκτώβριος 1958 Ιανουάριος 1963 Τχης (αργότερα Ανχης) Ρόμπερτ Φρεντ
Ιανουάριος 1963 Δεκέμβριος 1969 Τχης (αργότερα Ανχης) Χέκτορ Κουιντινίλα

Επιτροπή ΡόμπερτσονΕπεξεργασία

Τον Ιούλιο του 1952, μετά από συσσώρευση εκατοντάδων θεάσεων κατά τους προηγούμενους μήνες, σημειώθηκε μια σειρά από στίγματα ραντάρ που συνέπιπταν με οπτικές παρατηρήσεις κοντά στην Ουάσινγκτον.

Μετά από πολλή δημοσιότητα, οι αναφορές αυτές οδήγησαν την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (CIA) να συγκροτήσει μια επιτροπή επιστημόνων με επικεφαλής τον Δρ. Ρόμπερτσον, φυσικό του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Καλιφόρνια, η οποία περιελάμβανε διάφορους φυσικούς, μετεωρολόγους, μηχανικούς και έναν αστρονόμο, τον Γιόζεφ Άλλεν Χάινεκ. Η Επιτροπή Ρόμπερτσον (Robertson Panel) συσκέφθηκε για πρώτη φορά στις 14 Ιανουαρίου 1953 για να διατυπώσει μια απάντηση στο τεράστιο δημόσιο ενδιαφέρον σχετικά με τα ΑΤΙΑ.

Ο Ρούπελτ, ο Χάινεκ και άλλοι παρουσίασαν τις καλύτερες αποδείξεις, συμπεριλαμβανομένου βιντεοληπτικού υλικού, που είχαν συλλεχθεί από το Πρόγραμμα Blue Book. Αφού αφιέρωσε 12 ώρες για τη μελέτη δεδομένων 6 ετών, η επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες αναφορές ΑΤΙΑ είχαν απλές εξηγήσεις και ότι όλες μπορούσαν να εξηγηθούν με περαιτέρω έρευνα, κάτι το οποίο έκριναν ότι δεν άξιζε την προσπάθεια.

Στην τελική τους έκθεση, τόνισαν ότι οι χαμηλής ποιότητας, μη επαληθεύσιμες αναφορές ΑΤΙΑ υπερφορτώνουν τα κανάλια πληροφοριών, με κίνδυνο να αγνοηθεί μια πραγματική συμβατική απειλή για τις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, συνέστησαν στην Πολεμική Αεροπορία να υποβαθμίσει το ζήτημα των ΑΤΙΑ και να ξεκινήσει εκστρατεία απομυθοποίησης για τη μείωση του δημοσίου συμφέροντος. Πρότειναν την απομυθοποίηση μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένης της Walt Disney Productions, και τη χρήση ψυχολόγων, αστρονόμων και διασημοτήτων για να γελοιοποιήσουν το φαινόμενο και να προβάλουν απλοϊκές εξηγήσεις.[4]

Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι η Επιτροπή Ρόμπερτσον πρότεινε τον έλεγχο της κοινής γνώμης μέσω ενός προγράμματος επίσημης προπαγάνδας και κατασκοπείας.[5][6] Πιστεύουν επίσης ότι αυτές οι συστάσεις βοήθησαν στη διαμόρφωση της πολιτικής της Πολεμικής Αεροπορίας σχετικά με τη μελέτη των ΑΤΙΑ όχι μόνο το αμέσως επόμενο διάστημα, αλλά και μέχρι σήμερα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι συστάσεις της επιτροπής ετίθεντο σε εφαρμογή τουλάχιστον δύο δεκαετίες μετά την έκδοση των συμπερασμάτων της.

Από τον Δεκέμβριο του 1953, η συζήτηση, από το στρατιωτικό προσωπικό, απόρρητων αναφορών ΑΤΙΑ με μη εξουσιοδοτημένα άτομα διώκεται ποινικά στις ΗΠΑ.

Ειδική έκθεση υπ' αριθμόν 14 για το Πρόγραμμα Blue BookΕπεξεργασία

Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1951, ο Ρούπελτ συναντήθηκε με το επιστημονικό επιτελείο του Ινστιτούτου Μπατέλ. Ο Ρούπελτ ήθελε τη βοήθεια των ειδικών του Ινστιτούτου ώστε η μελέτη των ΑΤΙΑ από την Πολεμική Αεροπορία να καταστεί περισσότερο επιστημονική. Το Ινστιτούτο Μπατέλ ήταν αυτό που δημιούργησε ένα τυποποιημένο έντυπο αναφοράς. Ξεκινώντας από τα τέλη Μαρτίου του 1952, το Ινστιτούτο άρχισε να αναλύει υπάρχουσες αναφορές θεάσεων και να κωδικοποιεί περίπου 30 χαρακτηριστικά αναφοράς σε διάτρητες κάρτες της IBM για υπολογιστική ανάλυση.

Η ειδική έκθεση υπ' αριθμόν 14 για το Πρόγραμμα Blue Book ήταν η τεράστια στατιστική ανάλυση των μέχρι τότε υποθέσεων του Προγράμματος, περίπου 3200 έως τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η έκθεση το 1954 και αφότου ο Ρούπελτ έφυγε από το Πρόγραμμα. Ακόμη και σήμερα αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη μελέτη τέτοιου είδους που έγινε ποτέ. Το Μπατέλ απασχολούσε τέσσερις επιστημονικούς αναλυτές, οι οποίοι προσπάθησαν να χωρίσουν τις υποθέσεις σε "γνωστές", "άγνωστες" και μια τρίτη κατηγορία "ανεπαρκών πληροφοριών". Χώρισαν επίσης τις γνωστές και άγνωστες σε τέσσερις υποκατηγορίες σύμφωνα με την ποιότητά τους, από εξαιρετική έως κακή. Για παράδειγμα, περιστατικά που θεωρούνται εξαιρετικά μπορεί να περιλαμβάνουν έμπειρους μάρτυρες, όπως πιλότους αεροσκαφών ή εκπαιδευμένο στρατιωτικό προσωπικό, πολλαπλούς μάρτυρες, υποστηρικτικά στοιχεία όπως δεδομένα ραντάρ ή φωτογραφίες κ.λπ. Για να θεωρηθεί μια υπόθεση «γνωστή», μόνο δύο αναλυτές έπρεπε να συμφωνήσουν ανεξάρτητα σε μια λύση. Ωστόσο, για να χαρακτηριστεί μια υπόθεση "άγνωστη" και οι τέσσερις αναλυτές έπρεπε να συμφωνήσουν. Έτσι το κριτήριο για μια "άγνωστη" ήταν αρκετά αυστηρό.

Επιπλέον, οι παρατηρήσεις διαχωρίστηκαν σε έξι διαφορετικά χαρακτηριστικά - χρώμα, αριθμό, διάρκεια παρατήρησης, φωτεινότητα, σχήμα και ταχύτητα - και στη συνέχεια αυτά τα χαρακτηριστικά συγκρίθηκαν μεταξύ γνωστών και άγνωστων για να διαπιστωθεί εάν υπήρξε μια στατιστικά σημαντική διαφορά.

Τα κύρια αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης ήταν:

  • Περίπου το 69% των περιπτώσεων κρίθηκαν ως γνωστές ή ταυτοποιημένες (το 38% θεωρήθηκε οριστικά ταυτοποιημένο ενώ το 31% εξακολουθούσε να θεωρείται αμφίβολα εξηγημένο). Περίπου για το 9% δεν υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες. Περίπου το 22% θεωρήθηκε "άγνωστο", μικρότερο ποσοστό σε σχέση με την προηγούμενη τιμή 28% των μελετών της Πολεμικής Αεροπορίας.
  • Στην κατηγορία των γνωστών, το 86% αυτών ήταν αεροσκάφη, μπαλόνια ή είχαν αστρονομική εξήγηση. Μόνο το 1,5% όλων των υποθέσεων κρίθηκαν να έχουν ψυχολογική αιτία. Η κατηγορία "διάφορα" αποτελούσε το 8% όλων των περιπτώσεων και περιελάμβανε πιθανές φάρσες.
  • Όσο υψηλότερη ήταν η ποιότητα της υπόθεσης, τόσο πιο πιθανό ήταν να κατηγοριοποιηθεί ως άγνωστη. Το 35% των εξαιρετικών υποθέσεων θεωρήθηκε άγνωστο, σε αντίθεση με το 18% των χειρότερης ποιότητας υποθέσεων.

Παρόλα αυτά, η ανακεφαλαίωση της τελικής έκθεσης του Ινστιτούτου Μπατέλ ανέφερε ότι είναι «εξαιρετικά απίθανο οποιεσδήποτε αναφορές αγνώστου ταυτότητας εναέριων αντικειμένων ... να αντιπροσωπεύουν παρατηρήσεις τεχνολογικών επιτευγμάτων εκτός του φάσματος της σημερινής γνώσης». Ένας αριθμός ερευνητών έχει επισημάνει ότι τα συμπεράσματα των αναλυτών έρχονταν συχνά σε αντίθεση με τα ίδια τα στατιστικά τους αποτελέσματα, όπως παρουσιάστηκαν σε 240 γραφήματα, πίνακες και χάρτες. Ορισμένοι εικάζουν ότι οι αναλυτές μπορεί απλά να είχαν πρόβλημα να δεχθούν τα ίδια τους τα αποτελέσματα ή ίσως να έγραψαν τα συμπεράσματα ώστε να ικανοποιήσουν το νέο πολιτικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί εντός του Blue Book.

Όταν η Πολεμική Αεροπορία έδωσε τελικά στη δημοσιότητα την ειδική έκθεση #14 τον Οκτώβριο του 1955, υποστηρίχθηκε ότι η έκθεση απέδειξε επιστημονικά ότι δεν υπήρχαν ΑΤΙΑ. Οι επικριτές αυτού του ισχυρισμού επισημαίνουν ότι η έκθεση στην πραγματικότητα απέδειξε ότι τα "άγνωστα" ήταν σαφώς διαφορετικά από τα "γνωστά" με πολύ υψηλό επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας. Η Πολεμική Αεροπορία ισχυρίστηκε επίσης λανθασμένα ότι μόνο το 3% των υποθέσεων που μελετήθηκαν ήταν άγνωστες, αντί για το πραγματικό 22%. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι το υπολειπόμενο 3% θα εξαφανιζόταν πιθανότατα, εάν ήταν διαθέσιμα πιο πλήρη δεδομένα. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτό αγνοεί το γεγονός ότι οι αναλυτές είχαν ήδη κατατάξει τέτοια περιστατικά στην κατηγορία των "ανεπαρκών πληροφοριών", ενώ τα "γνωστά" και "άγνωστα" θεωρήθηκαν ότι είχαν επαρκείς πληροφορίες ώστε να οδηγήσουν σε μια απόφαση. Επίσης, τα "άγνωστα" έτειναν να αντιπροσωπεύουν τις υποθέσεις υψηλότερης ποιότητας, δηλαδή τις αναφορές που ήδη είχαν καλύτερες πληροφορίες και μάρτυρες.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. «Official Site of the U.S. Air Force - Fact Sheet (Printable) : UNIDEN…». archive.is. 19 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2020. 
  2. «National Reconnaissance Office Review and Redaction Guide: Appendix C - Glossary of Code Words and Terms» (PDF). National Reconnaissance Office. 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 7 Αυγούστου 2017. Ανακτήθηκε στις 15 Απριλίου 2020. 
  3. Hynek, J. Allen (1978). The Hynek UFO Report (1 έκδοση). Νέα Υόρκη: Sphere Books Limited. σελ. 25. 
  4. Pilkington, Mark (29 Ιουλίου 2010). Mirage Men: A Journey into Disinformation, Paranoia and UFOs. Little, Brown Book Group. ISBN 978-1-84901-240-9. 
  5. Clark, Jerome. (1998). The UFO book : encyclopedia of the extraterrestrial. Detroit, MI: Visible Ink Press. ISBN 1-57859-029-9. 37370629. 
  6. Blum, Howard, Out There: The Government's Secret Quest for Extraterrestrials, Simon and Schuster, 1990

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία