Η ρεολογία (διεθνής ελληνικός όρος) αποτελεί ιδιαίτερο επιστημονικό κλάδο της μηχανικής με κύριο αντικείμενο έρευνας και μελέτης τη ροή της ύλης, κυρίως σε υγρή κατάσταση, καθώς επίσης και τη συμπεριφορά των «μαλακών στερεών» ή στερεών υπό συνθήκες πλαστικής ροής που παρουσιάζουν ελαστικές παραμορφώσεις σε εφαρμοζόμενη δύναμη, όπως π.χ. οι λάσπες, το υγρό μπετό, τα εναιωρήματα, οι μπογιές, οι σάλτσες, το αίμα, κ.λπ.

Έχοντας υπόψη τη διάκριση των ρευστών σε νευτώνεια ρευστά, (εκείνα που διατηρούν σταθερό ιξώδες στο ρυθμό ροής), και τα μη-νευτώνεια ρευστά, (εκείνα που αλλάζουν το ιξώδες αναλόγως του ρυθμού ροής), γίνεται αντιληπτό ότι η Ρεολογία εξετάζει κυρίως τη συμπεριφορά των μη-νευτώνείων ρευστών όπου δια της πειραματικής εφαρμογής της ρεομετρίας, προσδιορίζει τον ελάχιστο αριθμό ή ποσό διεργασιών που συνδέονται με τους ρυθμούς παραμόρφωσης, ή απλούστερα τη σχέση "ροής /παραμόρφωσης", καθώς και την εσωτερική δομή των ρευστών κατά τη προηγούμενη σχέση.
Γενικότερα η Ρεολογία και η Ρεομετρία, αν και πολλές φορές φέρονται ως συνώνυμες καλύπτουν όλο εκείνο το πεδίο που αφήνει ακάλυπτο η κλασσική Μηχανική των ρευστών.

Ο όρος φέρεται να επινοήθηκε το 1920, από τον Ευγένιο Μπίνγχαμ (Eugene Γ. Bingham), από το γενικευμένο γνωστό γνωμικό του αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου Ηράκλειτου "Τα πάντα ρει".


ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica, τόμ. 52ος, σελ. 23

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία