Άνοιγμα κυρίου μενού

Το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ (γερμ. Konzentrations Lager Oranienburg) ήταν ένα από τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησε το ναζιστικό καθεστώς όταν ανέλαβε την εξουσία το 1933.

Στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ
Bundesarchiv Bild 146-1982-014-35A, Oranienburg, Konzentrationslager.jpg
ΕίδοςΝαζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και στρατόπεδο συγκέντρωσης[1]
Γεωγραφικές Συντεταγμένες52°44′57″N 13°14′13″E
Διοικητική υπαγωγήΒραδεμβούργο
ΧώραΓερμανία

Ίδρυση, λειτουργίαΕπεξεργασία

Το στρατόπεδο δημιουργήθηκε στις 21 Μαρτίου 1933 από τη μονάδα (Standarte) 208 της SA. Οι "μαχητές" αυτής της παραστρατιωτικής μονάδας κατέλαβαν ένα άδειο κτήριο παλαιού εργοστασίου παρασκευής μπίρας στο κέντρο του Οράνιενμπουργκ και με βάση αυτό κατασκεύασαν το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Πρωσία. Στόχος ήταν ο εγκλεισμός σε αυτό όλων των στοιχείων που αντιτίθονταν στο ναζιστικό καθεστώς και βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή του Βερολίνου. Το άδειο κτήριο αρχικά χρησίμευσε ως πρωτόγονο "στρατόπεδο", όπου εγκλείστηκαν περίπου 700 άτομα, τα οποία φρουρούσαν 14 άνδρες της SA. Ο αριθμός των κρατουμένων διπλασιάστηκε ως το καλοκαίρι του 1933, καθώς μεταφέρθηκαν εκεί και άτομα από ένα μικρότερο "στρατόπεδο" που είχε δημιουργηθεί στο Πότσνταμ και έκλεισε, και οι άνδρες της SA αυξήθηκαν πρώτα σε 50 και στη συνέχεια σε 170. Το κράτος όχι μόνο αναγνώρισε επίσημα το στραόπεδο, αλλά ασκούσε τη διοίκηση και την οικονομική του διαχείριση, ενώ οι κρατούμενοι πρόσφεραν "κοινωνική εργασία". Διοικητής του Στρατοπέδου ορίστηκε ο "ταγματάρχης" της SA (SA-Sturmbannführer) Βέρνερ Σέφερ (Werner Schäfer), ο οποίος είχε την "έμπνευση" να στήσει στο στρατόπεδο ένα ραδιοφωνικό σταθμό από τον οποίο εξέπεμπε προπαγανδιστικό πρόγραμμα. Το Οράνιενμπουργκ ήταν το μοναδικό στο είδος του στρατόπεδο από αυτή την άποψη.[2]

Η εγκατάσταση έφερε περίφραξη από αντιαρματικά εμπόδια και συρματοπλέγματα. Αρχικά εγκλείστηκαν εκεί λόγιοι και άνθρωποι του πνεύματος, πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι και κορυφαίοι παράγοντες του ραδιοφώνου. Το καλοκαίρι μεταφέρθηκαν εκεί και αρκετά στελέχη του Κόμματος των Σοσιαλδημοκρατών αλλά και άλλων κομμάτων, όπως το Deutschen Zentrumspartei αλλά και του δεξιού Deutschnationalen Volkspartei, αν και αυτοί είχαν ιδιαίτερη μεταχείριση.[3]

Αλλαγή διοίκησης και κλείσιμοΕπεξεργασία

Η θέση του στρατοπέδου δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδανική: Βρισκόταν στο πλάι ενός πολυσύχναστου δρόμου που οδηγούσε στο Βερολίνο, ακριβώς απέναντί του βρισκόταν το κτήριο των δικαστηρίων, ενώ περιβαλλόταν από μικρές επιχειρήσεις και πολλά σπίτια, ενώ οι διερχόμενοι μπορούσαν άνετα να δουν το εσωτερικό του.

 
Έριχ Μύζαμ

Ύστερα από το "πραξικόπημα Ρεμ" και τη Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών που ακολούθησε, η SA αποδυναμώθηκε σημαντικά. Τη διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβαν οι άνδρες της SS (Ιούλιος 1934): 150 άνδρες της κατέλαβαν το στρατόπεδο υπό την εποπτεία του "ταξιάρχου" της SS Τέοντορ Άικε (SS-Brigadeführer Theodor Eicke) αλλά μόνο για να διακόψουν τη λειτουργία του, γεγονός που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 1934. Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Λίχτενμπεργκ, ενώ το στρατόπεδο παρέμεινε "σε εφεδρεία" για χρήση μόνο "σε περίπτωση ανάγκης". Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του είχαν εγκλειστεί σε αυτό περίπου 3.000 άτομα, από τα οποία δεκαέξι δολοφονήθηκαν από τους φρουρούς άνδρες της SA. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλεγόταν ο εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας, ποιητής και πολιτικός Έριχ Μύζαμ (Erich Mühsam).

Το κτίσμα καταστράφηκε κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του 1945 και κατεδαφίστηκε ολοσχερώς μετά τη λήξη του. Κατά τη δεκαετία του '60 δημιουργήθηκαν εκεί γκαράζ για την τοπική αστυνομία. Σήμερα υπάρχει εκεί μόνο ένας τσιμεντένιος "πάγκος" με μια αναμνηστική μπρούτζινη πλάκα, ως μνημείο του Μύζαμ.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία