Ο όρος τραχύ, πληθυντικός τραχέα, που σημαίνει "όχι ομαλό", χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τα Βυζαντινά νομίσματα που ήταν κοίλα, δηλ. σε σχήμα κυπέλλου (λανθασμένα συχνά αποκαλούμενα "σκυφάτα"), που κόπηκαν από τον 11ο ως τον 14ο αιώνα. [1] Ο όρος εφαρμόζεται σωστά σε νομίσματα εξ ηλέκτρου, εκ κράματος (billon) ή χάλκινα και όχι στο χρυσό υπέρπυρο. [1]

Άσπρο τραχύ, που κόπηκε από τον σφετεριστή Θεόδωρος Μαγκαφά στη Φιλαδέφεια.

Το τραχύ εξ ηλέκτρου (δηλ. χρυσάργυρο νόμισμα, όμως μετά εξέπεσε σε αργυρό) ονομαζόταν μερικές φορές και τρικέφαλον και ήταν ίσο με το 1/3 του υπερπύρου. Αυτό κόπηκε από το 1092 (από τη νομισματική μεταρρύθμιση του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού) και μετά.

Βιβλιογραφικές αναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 ODB.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Kazhdan, Alexander, εκδ. (1991). Το λεξικό της Βυζαντίου της Οξφόρδης. Οξφόρδη και Νέα Υόρκη: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-504652-6.