Τσιτσέκα (όνομα)

γυναικείο όνομα
(Ανακατεύθυνση από Τσιτσέκα)

Τσιτσέκα, ελληνικό γυναικείο κύριο όνομα (βαφτιστικό όνομα).

Ετυμολογία του ονόματοςΕπεξεργασία

Όνομα τουρκικής αρχής, από τη λέξη çiçek «άνθος».[1] Σημασιολογικά παρεμφερές με τα ονόματα Ανθή, Ανθούσα, Λουλούδα, Πουλουδιά, Φιορέλλα, Φκιουρού (ιταλικά: fiore «άνθος»), Φλώρα, Τσβιάτα (βουλγαρικά: Цвете «άνθος») κτλ.

Διάδοση του ονόματοςΕπεξεργασία

Ασυνήθιστο σήμερα όνομα των ελληνόφωνων της Μικράς Ασίας. Κατά τον Ιωακείμ Βαλαβάνη, «Τσιτσέκα (τουρκιστί Ανθή)», στο Αραβάνι Καππαδοκίας.[2] Σύμφωνα με τον Σίμο Μενάρδο, Κικεκού, στην Κύπρο, από το κικέκιν «τσιτστέκι», από τα ονόματα που διάλεγαν οι «λινοβάμπακοι», οι Κύπριοι που φοβούμενοι να δηλώσουν χριστιανοί έφεραν δημοσίως τουρκικό όνομα.[3] Ο Μπούτουρας το συμπεριλαμβάνει στα «Ονόματα εκ παρομοιώσεων προς φυτά».[4]

Το όνομα πρωτοεμφανίστηκε στη μεσαιωνική ελληνική με την Τζιτζάκ ή Τσιτσάκ, την πριγκίπισσα των Χαζάρων, που όταν εκχριστιανίστηκε για να παντρευτεί το (732 ; ) τον Κωνσταντίνο Ε΄ (718775), αυτοκράτορα του Βυζαντίου (741775), μετονομάστηκε σε Ειρήνη. Γιος τους, ο αυτοκράτορας Λέων ο Χάζαρος (750780).

Το ένδυμα που φορούσε η πριγκίπισσα κατά την ενθρόνισή της έκανε τόση εντύπωση στο Βυζάντιο, που έγινε η αιτία να καθιερωθεί ένα νέο είδος χιτώνα αντρικού, το τζιτζάκιον.[5]

Το όνομα σε άλλες γλώσσεςΕπεξεργασία

Τουρκικά: Çiçek [6]

ΕπώνυμοΕπεξεργασία

Σύμφωνα με τον Τομπαΐδη, το οικογενειακό Τσιτσεκλής από το τουρκικό çiçekli «ανθισμένος», και το Τσιτσεκίδης από το τουρκικό çiçek «άνθος».[7] Πρβ. και Τριανταφυλλίδη, «από το τσιτσέκ μπορεί το οικογενειακό Τσιτσεκλής».[8] Επίσης, Τσιτσέκας, ίσως μητρωνυμικό οικογενειακό.

Επίσης από το çiçekΕπεξεργασία

τσουτσέκι: (μειωτικά) για άνθρωπο ασήμαντο, άξιο περιφρόνησης, συνήθως νεαρό.[9]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Λεξικό της κοινής νεοελληνικής Ι.Ν.Σ.–Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη
  2. Ιωακείμ Βαλαβάνης, «Η καμπάνα του χωριού μου», Παρνασσός, τμ. ΙΑ΄, τχ. Ϛ΄ και Ζ΄, Φιλολογικός σύλλογος Παρνασσός, Αθήνα 1888, σ. 326
  3. Σίμος Μενάρδος, «Περί των ονομάτων των Κυπρίων», Αθηνά, τμ #16 (1904), σ. 272
  4. Αθανάσιος Χ. Μπούτουρας, Τὰ νεοελληνικὰ κύρια ὀνόματα ἱστορικῶς καὶ γλωσσικῶς ἑρμηνευόμενα, Αθήνα 1912, σ. 142
  5. E. A. Sophocles, Greek Lexicon of the Roman and Byzantine Periods, Harvard University Press, Καίμπριτζ (ΗΠΑ) 1914, σ. 1080, «τζιτζάκιον»
  6. «Çiçek» Αρχειοθετήθηκε 2016-05-26 στο Wayback Machine., Kişi Adları Sözlüğü
  7. Δημήτρης Τομπαΐδης, Ελληνικά επώνυμα τουρκικής προέλευσης, Επικαιρότητα, Αθήνα 1990, σ. 178
  8. Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενειακά μας ονόματα, Ι.Ν.Σ.–Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 60, σημ. 114
  9. «τσουτσέκι», Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ό.π.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία