Η Καππαδοκία (τουρκικά: Kapadokya· από το περσικό: Κατπατούκα, λέξη ουσιαστικά άγνωστης ετυμολογίας[1][2] η οποία από κάποιους νομίζεται πως σημαίνει «η χώρα των όμορφων αλόγων»[3]), είναι μία από τις μεγαλύτερες περιοχές της ανατολικής Μικράς Ασίας. Σήμερα το έδαφός της ανήκει σε πέντε τουρκικές επαρχίες: Καισάρειας, Νίγδης, Κιρσεχίρ, Ακσαράι, Νεβσεχίρ.

Καππαδοκία
ΧώραΤουρκία
Διοικητική υπαγωγήΠεριοχή Κεντρικής Ανατολίας
Γεωγραφική υπαγωγήΜικρά Ασία
Γεωγραφικές συντεταγμένες38°40′14″N 34°50′21″E
Ιστορικός χάρτης της Μικράς Ασίας

Οι κάτοικοι της Καππαδοκίας λέγονται Καππαδόκες (εν. Καππαδόκης -κη· καθ. Καππαδόκης -ου, αλλά και Καππάδοξ -κος).

Μέχρι το 1922 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε και η ανταλλαγή πληθυσμών, οι κάτοικοι της Καππαδοκίας κατά θρήσκευμα και εθνικότητα ήταν:

Ομιλούμενες γλώσσες ήταν η ελληνική με πολλές παραφθορές και διαλέκτους, η τουρκική, η αρμενική και η κουρδική. Μετά το 1922, οι κάτοικοι της περιοχής μετρούσαν 200.000 σε αριθμό.

Φυσικά όρια της Καππαδοκίας είναι προς τον Βορρά οι Ποντιακές Άλπεις, προς την Ανατολή ο ποταμός Ευφράτης, προς τον Νότο το όρος Ταύρος και προς τη Δύση ο ποταμός Άλυς (τουρκ. Κιζίλ Ιρμάκ). Χώρες παλαιότερες που συνόρευαν με την Καππαδοκία ήταν προς Δ. η Παφλαγονία, η Λυκαονία και η Γαλατία, προς Ν. η Κιλικία και η Συρία και προς Α. η Αρμενία και επίσης η Συρία.

Ψηλότερο βουνό είναι ο Αργαίος (τουρκ. Erciyes) (4.000 μ.) κοντά στην Καισάρεια, παλιό ηφαίστειο συνεχώς χιονοσκεπές, και η μεγάλη οροσειρά του Ταύρου, κοντά στη Θάλασσα της Λεβαντίνης. Κύριοι ποταμοί είναι ο Άλυς (από το ορυκτό αλάτι στις όχθες του), ο Ευφράτης, ο Γεσίλ Ιρμάκ (Ίρις) και ο Σάρος (Σεϊχάν). Το έδαφος στα υψίπεδα σχηματίζει κυρίως βοσκοτόπους, είναι εύφορο προς τον Πόντο και τον Ευφράτη και δασώδες προς την οροσειρά του Ταύρου.

Ιστορία Επεξεργασία

Οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς διέκριναν δύο Καππαδοκίες. Η μία, προς τον Ταύρο, αποκαλούνταν Μεγάλη Καππαδοκία με πρωτεύουσα τη Μάζακα και, επί Αλεξανδρινών χρόνων Ευσέβεια, με άλλες μεγάλες πόλεις την Καισάρεια (τουρκ. Καϊσερί), τη Μελίτη ή Μελιτηνή (σημ. Μαλάτια) την Τύανα αρχ. Πόλη αργότερα Χριστούπολη που καταστράφηκε τον 8ο αιώνα, την Κόμανα προς τον Αντίταυρο, αρχαία πόλη με φημισμένο ιερατείο και μαντείο στον ποταμό Σάρο. Η άλλη, αποκαλούνταν Ποντική Καππαδοκία, με πρωτεύουσα την Αμισό και άλλες πόλεις τη Φαρνακία (αργότερα Κερασούς), Τραπεζούντα, Αμάσεια και Κόμανα Ποντική.

Αρχαία εποχή Επεξεργασία

 
Η σατραπεία της Καππαδοκίας την εποχή των Αχαιμενιδών

Η Καππαδοκία ήταν γνωστή στην Εποχή του Χαλκού σαν το επίκεντρο της Αυτοκρατορίας των Χετταίων που είχαν πρωτεύουσα την Χαττούσα. Μετά την πτώση των Χετταίων εγκαταστάθηκε στην περιοχή ένας Ασιατικός λαός που ήταν γνωστός στις Ελληνικές πηγές ως "Συρο-Καππαδόκες" ή "Μόσχοι", πολλοί τους συνδέουν με τους Φρύγες αλλά ήταν διαφορετικοί λαοί. Οι Καππαδόκες φαίνεται πως είχαν στρατιωτική οργάνωση με ανώτατο άρχοντα και άλλους δευτερεύοντες ηγεμόνες. Μετά την εγκατάστασή τους, δημιούργησαν πολλά μικρότερα κράτη με κληρονομικές δυναστείες, με ανώτατο άρχοντα τον βασιλιά, δηλαδή ένα κράτος φεουδαλικό στηριζόμενο στη στρατιωτική αριστοκρατία. Το σύστημα αυτό ήταν βαθιά ριζωμένο στους Καππαδόκες, αφού εξακολούθησε να υπάρχει και μετά την υποταγή τους στους Πέρσες, Μακεδόνες, Ρωμαίους. Οι Πέρσες κατέκτησαν την περιοχή με τον Δαρείο τον Μέγα και δημιούργησαν την Τρίτη Σατραπεία της αυτοκρατορίας τους, υποτελή πάντοτε στον Μέγα Βασιλέα.[4][5]

Περσική εποχή Επεξεργασία

 
Καππαδόκας στρατιώτης των Αχαιμενιδών

Περί το 1100 π.Χ. η Καππαδοκία δέχθηκε επίθεση από τους Ασσυρίους του βασιλιά Τιγκλάθ Πιλεσέρ Α΄. Περί τον 9ο αιώνα π.Χ., η Καππαδοκία δέχθηκε μεγάλη επιδρομή των Σκυθών, ενώ τον 8ο αιώνα π.Χ. την επίθεση των Μήδων και Περσών. Τον 6ο αι. π.Χ. υποτάχθηκε οριστικά στους Πέρσες. Στους Πέρσες η χώρα ήταν γνωστή ως "Κατπατούκα", το οποίο όνομα οι Έλληνες τροποποίησαν σε "Καππαδοκία" [6]. Ο Ηρόδοτος, ο πρώτος Έλληνας που αναφέρεται στους κατοίκους της χώρας, τους αποκαλεί «Λευκόσυρους», αν και συμπληρώνει ότι οι Πέρσες τους αποκαλούν «Καππαδόκες»[7]. Την περίοδο αυτή το κράτος διαιρέθηκε σε σατραπείες. Έτσι το φεουδαλικό σύστημα συνεχίζει κάτω από τον Μεγάλο Βασιλέα των Περσών και τους δικούς τους ηγεμόνες. Ένας δε εξ αυτών, ο Αριάμνης Α΄ της Καππαδοκίας, κατάφερε να ενώσει υπό την εξουσία του όλη τη Καππαδοκία τον 4ο π.Χ. αιώνα. Τον διαδέχτηκε, μετά θάνατο, ο γιος του Αριαράθης Α΄ της Καππαδοκίας. Κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον της Περσικής Αυτοκρατορίας, και μετά τη μάχη του Γρανικού, ο Αλέξανδρος διόρισε δικό του σατράπη για την Καππαδοκία. Όμως η χώρα παρέμεινε κέντρο αντίστασης κατά των Μακεδόνων και εφαλτήριο για την προσπάθεια ανάκτησης της δυτικής Μ. Ασίας από τους Πέρσες.[8] Πριν την εισβολή του Μ. Αλεξάνδρου στη Μεσοποταμία, ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος Γ΄ της Περσίας στρατολόγησε Καππαδόκες ιππείς υπό τη διοίκηση του Σατράπη Αριάκη ή Αριαράθη. Κατά τη μάχη των Γαυγαμήλων, αυτοί οι ιππείς πολέμησαν στο δεξιό άκρο της περσικής παράταξης.[9] Ο ίδιος ο Αριαράθης συνέχισε να πολεμά εναντίον των Μακεδόνων, μέχρι τον θάνατό του, σε ηλικία 82 ετών.[8]

Ο Μέγας Αλέξανδρος σεβάστηκε την αυτονομία της Καππαδοκίας και τη διατήρησε μέχρι τον θάνατό του οπότε και οι διάδοχοί του την κατέλαβαν και την έδωσαν στον Ευμένη (322 π.Χ.). Ο Αριαράθης Α΄ ωστόσο που ήταν επιτυχής Σατράπης και έφτασε τα όρια της ηγεμονίας του μέχρι την Μαύρη Θάλασσα εξακολουθούσε να αντιστέκεται. Ο Περδίκκας τον οποίο ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ορίσει διάδοχο τον συνέτριψε και θανάτωσε μαρτυρικά με σταύρωση τον ίδιο και την οικογένεια του. Ο θετός γιος και ανεψιός του Αριαράθης Β΄ της Καππαδοκίας κατάφερε ωστόσο να δραπετεύσει, ορίστηκε διάδοχος και κατόπιν έγινε γενάρχης των Βασιλέων της Καππαδοκίας.[10] Το 315 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, όμως μετά τη μάχη στην Ιψό υπάχθηκε στην Αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Πολύ γρήγορα ανέκτησε την αυτονομία της με τον Αριαράθη Β΄, ο οποίος κατέλαβε τη Μεγάλη Καππαδοκία και τον Μιθριδάτη τον Κτίστη, που κατέλαβε την Μικρή Καππαδοκία του Πόντου. Μετά την κατάκτηση από τον Μέγα Αλέξανδρο άρχισε σταδιακά και η μαζική εγκατάσταση Ελληνικών πληθυσμών που συνεχίστηκε καθ'όλη τη διάρκεια της Ελληνιστικής Εποχής από τους απογόνους του.

Το βασίλειο της Καππαδοκίας Επεξεργασία

 
Νόμισμα με παράσταση του βασιλέως της Καππαδοκίας Αριαράθη Ε΄

Την εποχή που έγινε βασιλιάς ο Αριαράθης Δ΄ της Καππαδοκίας η χώρα εισήλθε σε στενές σχέσεις με την Ρωμαϊκή δημοκρατία στην αρχή σαν εχθρός με τον Αντίοχο τον Μέγα και κατόπιν σαν σύμμαχος εναντίον του Περσέως της Μακεδονίας. Η στροφή αυτή τον έφερε σε σύγκρουση με την αιώνιο εχθρό της Ρώμης την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών στην οποία η Καππαδοκία ήταν φόρου υποτελής. Ο γιος και διάδοχος του Αριαράθης Ε΄ της Καππαδοκίας, κορυφαίος βασιλιάς της Καππαδοκίας απέκτησε στενότερες σχέσεις με τους Ρωμαίους, τον υποστήριξαν απέναντι στον νόθο αδελφό του από μητέρα Οροφέρνη οπαδό των Σελευκιδών. Ο Ρωμαίος Ανθύπατος Πούμπλιος Λικίνιος Κράσσος βάδισε μαζί με τον Αριαράθη Ε΄ εναντίον του Αριστόνικου, σφετεριστή βασιλιά της Περγάμου (130 π.Χ.), γνώρισαν την συντριβή και ο Αριαράθης Ε΄ έπεσε στην μάχη. Το γεγονός αυτό έφερε την παρακμή στην Δυναστεία των Αριαραθιδών και έδωσε την μεγάλη ευκαιρία στο Βασίλειο του Πόντου να αναδειχτεί σε βάρος της, επήλθε η πτώση της.[11][12] Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ του Πόντου κατόρθωσε την εξόντωση και τον θάνατο των διαδόχων του. Ο εγγονός του Αριαράθη Ε΄ Αριαράθης Ζ΄ της Καππαδοκίας δολοφονήθηκε με δόλο από τον ίδιο τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ ο οποίος ήταν και θείος του από μητέρα, στον θρόνο τοποθετήθηκε ο ίδιος ο γιος του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Αριαράθης Θ΄ της Καππαδοκίας (1ος αιώνας π.Χ.). Οι Ρωμαίοι τελικά επέβαλλαν έναν άλλον βασιλιά τον Αριοβαρζάνη Α΄, ιδρυτή νέας δυναστείας ο οποίος είχε την λαϊκή υποστήριξη των κατοίκων της Καππαδοκίας. Αργότερα ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ συγκρούστηκε με την Ρωμαϊκή δημοκρατία, με την οποία διεξήγαγε τρεις πολέμους (Μιθριδατικοί πόλεμοι). Σπουδαιότερος από αυτούς ήταν ο 1ος (88-85 π.Χ.), κατά τον οποίο νικήθηκε στη Χαιρώνεια από τον Σύλλα και υποχρεώθηκε με τη Συνθήκη του Δαρδάνου να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση, και ο 3ος (74-65 π.Χ.), κατά τον οποίο με σύμμαχο τον γαμπρό του Τιγράνη, βασιλέα των Αρμενίων, προσπάθησε να κατακτήσει τη Βιθυνία αλλά νικήθηκε αρχικά από τον Λούκουλλο και στη συνέχεια από τον Πομπήιο. Τότε κατέφυγε στην Κριμαία, όπου και δολοφονήθηκε. Οι Ρωμαίοι τότε κατέλυσαν το Καππαδοκικό βασίλειο μεταβάλλοντάς το σε Ρωμαϊκή επαρχία.

Από τον Αριαράθη Γ΄ μέχρι τον Αριαράθη Η΄, στη Μεγάλη Καππαδοκία καλλιεργήθηκαν με ζήλο τα ελληνικά γράμματα και η φιλοσοφία, δίνοντας πρώτοι το παράδειγμα οι ίδιοι οι ηγεμόνες της, ο δε Αριαράθης ΣΤ΄ είχε έρθει και στην Αρχαία Αθήνα. Οι ηγεμόνες της Ποντικής Καππαδοκίας συνετέλεσαν πολύ ώστε να καταστήσουν τη χώρα τους κέντρο του Ελληνισμού. Όταν ένωσαν σε μία τη χώρα, επέκτειναν το κράτος τους προς την Κριμαία, τον Καύκασο, την Κολχίδα και τη Συρία. Η Καππαδοκία ήταν τέλος από τις ελάχιστες περιοχές στην Μικρά Ασία στην οποία παρέμεινε ζωντανός ο Ζωροαστρισμός στην παλιά του μορφή για πολλούς αιώνες δίχως να έχει επαφές με την Περσία. Ο Στράβων καταγράφει τον 1ο αιώνα π.Χ. τους "πυροκροτητές" οι οποίοι βρίσκονταν στις "ιερές τοποθεσίες των Περσών θεών" μέσα σε Περσικούς ναούς, είχαν αποστολή να διατηρείται αναμμένη μόνιμα η "ιερή φλόγα".[13] Την εποχή που ήταν αυτοκράτορας ο Οκταβιανός Αύγουστος η Καππαδοκία καταγράφεται ακόμα σαν μια από της ελάχιστες Μικρασιατικές περιοχές που ήταν "ζωντανό τμήμα της Περσίας".[14]

Ρωμαϊκή αυτοκρατορία Επεξεργασία

 
Ο τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας Αρχέλαος

Οι απόγονοι του Αριοβαρζάνη Α΄ που επανίδρυσε το βασίλειο της Καππαδοκίας (70 π.Χ.) συνέχισαν να είναι υποτελείς στην Ρώμη, ο τελευταίος από αυτούς Αριαράθης Ι΄ της Καππαδοκίας πέθανε χωρίς να αφήσει διάδοχο (36 π.Χ.). Ο Μάρκος Αντώνιος έδωσε τον θρόνο στον Έλληνα Καππαδόκη Αρχέλαο, λόγιο και συγγραφέα, τον οποίο και κάλεσε στη Ρώμη, ήταν ό τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας, ο πιο πιστός στην Ρώμη. Ο Αρχέλαος ωστόσο έχασε την υποστήριξη της Ρώμης όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Τιβέριος Καίσαρας Αύγουστος, είχε εχθρικές σχέσεις μαζί του από την εποχή που υποστήριζε κάποιον αντίπαλο του για την διαδοχή του Αυγούστου ο οποίος πέθανε πρόωρα. Ο Τιβέριος αποφάσισε να διαλύσει το βασίλειο της Καππαδοκίας και να το ενσωματώσει στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο Αρχέλαος κλήθηκε από τον Τιβέριο στην Ρώμη για να δικαστεί από την Σύγκλητο, εκεί πέθανε υπέργηρος (17 μ.Χ.). Η νέα Ρωμαϊκή επαρχεία της Καππαδοκίας χωρίστηκε από τον αυτοκράτορα Τιβέριο σε τρεις μικρότερες επαρχίες.[15] Αργότερα (70 μ.Χ.) ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός ενσωμάτωσε στην Ρωμαϊκή επαρχεία της Καππαδοκίας την Μικρή Αρμενία, στην κατάσταση αυτή παρέμεινε για αιώνες.[16]

Χριστιανική εποχή Επεξεργασία

Κατά την περίοδο αυτή, Καππαδοκία νοείται πλέον μόνο η Μεγάλη Καππαδοκία ενώ εκείνη προς τον Πόντο έχει πλέον καθιερωθεί με το όνομα «Πόντος». Πόλεις ονομαστές αυτή την περίοδο είναι οι Αριαθάμια (στον ποταμό Σάρο), Τάβια (σημ. Γκιοζγκάτ), Νύσσα, Μωκισσός (στον ποταμό Άλυ), Αραβισσός, Κολώνεια, Ηράκλεια και Ναζιανζός.

Τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ο εξελληνισμός της περιοχής αυτής είναι πλήρης. Ακόμη και κάποιες εβραϊκές κοινότητες μιλούν και γράφουν ελληνικά. Αυτό βοήθησε τα μέγιστα στη εξάπλωση του Χριστιανισμού. Έτσι εδώ δημιουργούνται αξιόλογα κέντρα του χριστιανισμού όπως η Καισάρεια, η πρώτη σε ιεραρχία και κύρος μητρόπολη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως[17][./Καππαδοκία#cite_note-FOOTNOTEΧαριτόπουλος2005-8 [8]]. Τον 3ο-5ο αι. ακμάζουν η παιδεία και η φιλολογία. Εδώ διακρίνονται οι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας Φερμελιανός ο Καισαρείας, Γρηγόριος Νεοκαισαρείας, Λεόντιος Καισαρείας και Ευσέβιος οι Καισαρείας, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός και Γρηγόριος Νύσσης (αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου).

Ιδίως η δύναμη και η επιβολή που είχαν οι Μητροπολίτες της Καισαρείας ήταν τόση που πρωτοστατούσαν σε κάθε πολιτική και θρησκευτική κίνηση. Σκοπός του κάθε Μητροπολίτη ήταν η προαγωγή των γραμμάτων και των ευαγών ιδρυμάτων με συνέπεια όλη η Καππαδοκία να γίνει γρήγορα κέντρο κάθε θρησκευτικής και εκπαιδευτικής δράσης, διατηρούμενο για αιώνες.

Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η Καππαδοκία ενώθηκε με τον Πόντο και αποτέλεσε μικρό κράτος υπό τον ανεψιό του Αννιβαλιανό. Αλλά επί των διαδόχων του Αννιβαλιανού έγινε πάλι επαρχία του Βυζαντίου, δεχόμενη επιδρομές από γύρω λαούς.

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, διαπιστώνοντας τη σπουδαιότητα της χώρας για την αντιμετώπιση των Περσών και αργότερα των Αράβων και Τούρκων, την έκαναν μεγάλο στρατιωτικό κέντρο. Στον Ταύρο και Αντίταυρο κατασκεύασαν πολλά αμυντικά οχυρωματικά έργα, τα λεγόμενα Κλεισούρες, στα δε πεδινά συγκέντρωναν στρατό για προετοιμασία επιθέσεων. Στην Καππαδοκία συγκέντρωσε τον στρατό του ο Ιουστινιανός κατά των Περσών, και ο Ηράκλειος, όταν νίκησε τον Χοσρόη Β’ (623). Τελικά όμως υπέκυψε κάτω από το βάρος των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων των Αράβων, οι οποίοι κατέλαβαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τη χώρα πέραν του Αντιταύρου. Η Καππαδοκία ανακαταλήφθηκε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία τον 10ο αιώνα μ.Χ.

Τουρκική περίοδος Επεξεργασία

Στα τέλη του 11ου αι., την Καππαδοκία υπέταξαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι και, μετά τη διαίρεση της μεγάλης Σελτζουκικής αυτοκρατορίας, απετέλεσε μέρος του κράτους του Ικονίου ή Σουλτανάτου του Ρουμ (Ρωμανία). Τον 13ο αι., μετά τη διάλυση και αυτού του κράτους, έγινε αυτόνομη χώρα κάτω από τη Δυναστεία Καραμάν εξ ου και το όνομα Καραμανία. Λίγο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το κράτος αυτό καταλύθηκε και η Καππαδοκία περιήλθε στους Οθωμανούς Τούρκους.

Μετά τη κατάληψη από τους Οθωμανούς και επειδή η χώρα δεν ήταν και τόσο εύφορη, άρχισε η μετανάστευση των χριστιανών με διεξόδους τρεις κυρίως δρόμους: ο προς τη Μερσίνη κι από κει στην Αλεξάνδρεια, ο προς την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και ο τρίτος προς Αμισό. Με τον χρόνο και με την ανάπτυξη της συγκοινωνίας στη Μικρά Ασία, άρχισε να δημιουργείται σειρά ακμαζουσών παροικιών κατά μήκος των παραπάνω οδών, από τις οποίες προήλθαν μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, ακόμη και κυβερνητικοί υπάλληλοι, οι γνωστοί Καϊσερλήδες.

Έτσι τον 19ο αιώνα άρχισε νέα ακμή του ελληνοχριστιανικού στοιχείου και των ελληνικών γραμμάτων στην Καππαδοκία, ιδίως από το 1870 που ανυψώθηκε στον μητροπολιτικό θρόνο της Καισαρείας ο πρώην Διευθυντής της Μεγάλης του Γένους Σχολής Ευστάθιος (Κλεόβουλος). Αυτός συνετέλεσε στην ίδρυση Καππαδοκικής Αδελφότητας στην Κωνσταντινούπολη, για συλλογή χρημάτων και ίδρυση σχολείων. Το 1882, ο διαμένων στη Μασσαλία ομογενής Θεόδωρος Ροδοκανάκης έθετε στη διάθεση του Πατριαρχείου κατ΄ έτος 5.000 φράγκα προς ίδρυση και συντήρηση Ιερατικής Σχολής, η οποία άρχισε να λειτουργεί τον χειμώνα του 1882 στη Μονή Προδρόμου στο Ζιντζίντερε της Καισαρείας και της οποίας α’ δάσκαλος ήταν ο εξ Ανδρονικείου Σεραπίων Ιωάννου. Χάριν αυτής αργότερα φτιάχτηκε και οικοτροφείο στη Μονή.

Το 1904, ο από Κωνσταντινούπολη ομογενής Καππαδόκης Συμεών Σιντόσογλου ανοικοδόμησε λαμπρό διδακτήριο όπου και λειτουργούσε η Ιερατική Σχολή μέχρι το 1916-1917 οπότε κλείστηκε οριστικά από τους Τούρκους. Ο παραπάνω ομογενής είχε ιδρύσει και προικίσει δύο ακόμη ορφανοτροφεία (1 αρρένων και 1 θηλέων). Η κατά Καισάρεια Ιερατική Σχολή λειτούργησε επί 35 έτη με 100 μαθητές ετησίως.

 

Εκκλησιαστική ιστορία Επεξεργασία

Μέχρι την Δ' Οικουμενική σύνοδο (451), η Καππαδοκία αποτελούσε μία Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη και Πατριάρχη Καισαρείας, στον οποίο υπαγόταν και η Αρμενία. Στη συνέχεια, αφενός αποσπάσθηκαν τα Τύανα και αποτέλεσαν Μητρόπολη, υπαχθείσα αργότερα στη Μητρόπολη Ικονίου, αφετέρου δε με απόφαση της Δ' Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα, υπάχθηκε ο ανεξάρτητος θρόνος της Καισαρείας κάτω από τον Αρχιεπίσκοπο (μετέπειτα Πατριάρχη) της Κωνσταντινούπολης.

Από τότε και μέχρι σήμερα ο Καισαρείας τάχθηκε Πρωτόθρονος υπό τον Οικουμενικό Θρόνο Μητροπολίτης, Υπέρτιμος των υπερτίμων, προς διάκριση των άλλων που καλούνται απλώς Υπέρτιμοι. Η Καππαδοκία είχε χριστιανικό πληθυσμό κατά πλειοψηφία μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. όταν μετά την κατάκτηση της πρώτα από τους Σελτζούκους και μετά από τους Οθωμανούς οι περισσότεροι κάτοικοι της εξισλαμίστηκαν και εκτουρκίστηκαν. Ωστόσο η Καππαδοκία διατήρησε μία σημαντική και μεγάλη χριστιανική μειονότητα μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 μετά της Συνθήκη της Λωζάννης.

Καππαδοκικά ιδιώματα Επεξεργασία

Καππαδοκικά ιδιώματα λέγονται μέχρι σήμερα τα ιδιώματα που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής και που είναι ένας κατακερματισμός ελληνικών λέξεων μέσα σε τουρκικά ιδιώματα.

Μεγάλη αναστάτωση είχε προκληθεί πριν δέκα χρόνια όταν κάποιοι τουρίστες Έλληνες και περαστικοί οδηγοί από την περιοχή της Καππαδοκίας δήλωναν επιστρέφοντας σε ιδιαίτερες κρατικές υπηρεσίες ότι άκουσαν κάποιους να ομιλούν σπαστά «ελληνικά», συνδυάζοντάς τους με αγνοούμενους της Κύπρου.

Βλέπε επίσης Επεξεργασία

Παραπομπές Επεξεργασία

  1. (Αγγλικά) Adams, Senior Research Fellow in Classics J. N.· Adams, James Noel (2002). Bilingualism in Ancient Society: Language Contact and the Written Text. Oxford University Press. σελ. 348. ISBN 978-0-19-924506-2. 
  2. (Γαλλικά) Kacharava, Daredjan· Faudot, Murielle (2005). Pont-Euxin Et Polis: Polis Hellenis Et Polis Barbaron : Actes Du Xe Symposium de Vani, 23-26 Septembre 2002 : Hommage À Otar Lordkipanidzé Et Pierre Lévêque. Presses Universitaires de Franche-Comté. σελ. 135. ISBN 978-2-84867-106-2. 
  3. Παπατσώνη, Μαρίνα (16 Μαΐου 2019). «Καππαδοκία: Εμπειρία ζωής». Η Καθημερινή. Ανακτήθηκε στις 20 Απριλίου 2020. 
  4. Bunbury & Hogarth 1911, σ. 287
  5. https://books.google.gr/books?id=wDcd41aCRLQC&q=Cappadocia+was+known+as+Hatti+in+the+late+Bronze+Age,+and+was+the+homeland+of+the+Hittite+power+centred+at+Hattusa.&pg=PA282&redir_esc=y#v=snippet&q=Cappadocia%20was%20known%20as%20Hatti%20in%20the%20late%20Bronze%20Age%2C%20and%20was%20the%20homeland%20of%20the%20Hittite%20power%20centred%20at%20Hattusa.&f=false
  6. (Αγγλικά) Bevan, Edwyn Robert (1966). The house of Seleucus. 1. Barnes & Noble. σελ. 76. OCLC 313659202. The eastern and northern part of the country beyond the Taurus was known to the Persians as Katpatuka, a name which the Greeks transformed into Cappadocia (Kappadokia). 
  7. (Αγγλικά) Gershevitch, I. (1985). The Cambridge History of Iran. Cambridge University Press. σελ. 244. ISBN 978-0-521-20091-2. 
  8. 8,0 8,1 Encyclopaedia Iranica
  9. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.Δ΄, σσ.112,116
  10. Bunbury & Hogarth 1911, σ. 287
  11. Bunbury & Hogarth 1911, σ. 287
  12. https://www.asiaminorcoins.com/gallery/thumbnails.php?album=288
  13. Mary Boyce. Zoroastrians: Their Religious Beliefs and Practices Psychology Press, 2001 ISBN 978-0415239028 σ. 85 Raditsa 1983, σ. 107
  14. Raditsa 1983, σ. 107
  15. Bunbury & Hogarth 1911, σσ. 287–288
  16. Bunbury & Hogarth 1911, σ. 288
  17. Χαριτόπουλος 2005.

Πηγές Επεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι Επεξεργασία

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ