Άνοιγμα κυρίου μενού

Η φαινομενολογία είναι φιλοσοφικό κίνημα το οποίο βασίζεται στην διερεύνηση των φαινομένων, δηλαδή των πραγμάτων που γίνονται αντιληπτά ενσυνείδητα μέσω των αισθήσεων, και όχι στην ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος «αυτού καθ' εαυτό», ευρισκόμενου πέρα από τα όρια της ανθρώπινης συνειδητότητας.

Με σημείο εκκίνησης την εμπειρία των φαινομένων (αυτό που αποτυπώνεται ως συνειδητή εμπειρία), επιχειρεί να εξαγάγει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της αντιληπτικής διαδικασίας και την οντότητα των εμπειριών μας. Έλκει την καταγωγή του απο τη Σχολή του Μπρεντανό, και το έργο του φιλόσοφου του 20ου αιώνα Έντμουντ Χούσερλ. H φαινομενολογική σκέψη έπαιξε καθοριστική σημασία στην ανάπτυξη του υπαρξισμού στη Γαλλία και τη Γερμανία, όπως είναι φανερό στο έργο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, του Μωρίς Μερλώ-Ποντύ και του Μάρτιν Χάιντεγκερ.

ΙστορικόΕπεξεργασία

Ο όρος φαινομενολογία έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Σήμερα η χρήση του όρου αναφέρεται συνήθως στο έργο του Χούσερλ.

Ο Χούσερλ και η καταγωγή της φαινομενολογίαςΕπεξεργασία

Ο Χούσερλ εξήγαγε πολλές σημαντικές αρχές που έχουν κεντρικό ρόλο στη φαινομενολογία απο το έργο και τις διαλέξεις των δασκάλων του, φιλοσόφων και ψυχολόγων Φραντς Μπρεντάνο και Καρλ Στουμφ. Ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που ο Χούσερλ υιοθέτησε απο τον Μπρεντάνο είναι η προθετικότητα, η ιδέα ότι το κεντρικό χαρακτηριστικό της συνείδησης είναι ότι έχει πάντα πρόθεση, ότι αναφέρεται κάπου. Αν και συνήθως η ιδέα αυτή απλοποιείται σαν σκοπιμότητα, ή στην απαραίτητη ύπαρξη μίας σχέσης μεταξύ νοητικών πράξεων και εξωτερικού κόσμου, ο Μπρεντάνο την όρισε σαν το κύριο χαρακτηριστικό των νοητικών φαινομένων. Κάθε νοητικό φαινόμενο, κάθε ψυχολογική πράξη έχει ένα περιεχόμενο και κατευθύνεται σε ένα αντικείμενο (το αντικείμενο του φαινομένου ή της πράξης). Π.χ. κάθε πίστη ή επιθυμία έχει ως αντικείμενο μία πεποίθηση ή ένα επιθυμητό. Η ιδιότητα του έχοντος προθετικότητα είναι καθοριστική για τη διάκριση των φυσικών φαινομένων από τα ψυχικά φαινόμενα, επειδή τα φυσικά φαινόμενα δεν έχουν καμία προθετικότητα.

Κάποια χρόνια μετά τη δημοσίευση του πιο σημαντικού του έργου, Λογικές Διερευνήσεις (Logische Untersuchungen, πρώτη έκδοση 1900-1901), ο Χούσερλ οδηγήθηκε στη διάκριση μεταξύ της πράξης της συνείδησης (νόηση) και των φαινομένων στα οποία η νόηση κατευθύνεται (νοήματα). Οντολογική γνώση θα ήταν δυνατή μόνο μέσω της αναστολής όλων των υποθέσεων και a priori δεκτών αξιωμάτων για την ύπαρξη εξωτερικού κόσμου. Τη διαδικασία αυτή, που βρισκόταν στον αντίποδα του παραδοσιακού γνωσιολογικού ορθολογισμού, την ονόμασε εποχή (epoché). Έτσι η φαινομενολογία αναδυόταν ως μία αντικειμενική, επιστημονική μέθοδος εξέτασης της συνείδησης και των περιεχομένων της. Ο Χούσερλ πίστευε ότι το σύνολο της φιλοσοφίας θα μπορούσε να στηριχθεί πάνω στο οικοδόμημα της φαινομενολογίας.

Ο Χούσερλ, αργότερα επικεντρώθηκε στις ιδανικές, θεμελιώδεις δομές της συνείδησης. Καθώς ήθελε να αποκλείσει κάθε υπόθεση για την ύπαρξη εξωτερικών αντικειμένων, εισήγαγε τη μέθοδο της φαινομενολογικής αναγωγής για να τις απαλείψει. Αυτό που απέμεινε είναι το καθαρό υπερβατικό εγώ, σε αντιπαράθεση με το συμπαγές εμπειρικό εγώ. Τώρα η υπερβατική φαινομενολογία είναι η μελέτη των βασικών δομών που απομένουν στην καθαρή συνείδηση: αυτό ισοδυναμεί με τη μελέτη των νοημάτων και των σχέσεων μεταξύ τους.[1]

Η φαινομενολογία του Χάιντεγκερ και οι διαφορές με αυτή του ΧούσερλΕπεξεργασία

Ενώ η πεποίθηση του Χούσερλ ήταν ότι η φιλοσοφία είναι ένας επιστημονικός τομέας που πρέπει να θεμελιωθεί σε μια φαινομενολογία που γίνεται κατανοητή ως επιστημολογία, ο Χάιντεγκερ άλλαξε ριζικά την άποψη αυτή. Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η φιλοσοφία δεν είναι σε καμία περίπτωση ένας επιστημονικός τομέας, αλλά πιο θεμελιώδης από την ίδια την επιστήμη. Συνακόλουθα, αντί της φαινομενολογίας ως θεμελιωτικής μελέτης, την θεώρησε ως μεταφυσική οντολογία: «η ύπαρξη είναι το ορθό και μόνο θέμα της φιλοσοφίας», έγραψε. Ενώ για τον Χούσερλ στην εποχή η ύπαρξη εμφανίστηκε μόνο σαν απόρροια της συνείδησης, για τον Χάιντεγκερ η ύπαρξη είναι το αρχικό σημείο. Ενώ για τον Χούσερλ πρέπει να αποστασιοποιηθούμε από κάθε συμπαγή καθορισμό του εμπειρικού εγώ, για να μπορούμε να κατευθυνθούμε στο πεδίο της καθαρής συνείδησης, ο Χάιντεγκερ υποστηρίζει ότι «οι πιθανότητες και ο προορισμός της φιλοσοφίας είναι δεμένα στενά με την ανθρώπινη ύπαρξη, και ως εκ τούτου, με την προσωρινότητα και την ιστορικότητα».

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • The Concise Oxford Dictionary of Literary Terms, Chris Baldick, 2001, Oxford University Press.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Παπαδόπουλος Παναγιώτης Σ., «Ιστορία και οντολογία της φύσης στη φαινομενολογία του E. Husserl», Λεβιάθαν 5 (1989), 107-115.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Παπαδόπουλος Παναγιώτης Σ., «Ιστορία και οντολογία της φύσης στη φαινομενολογία του E. Husserl», Λεβιάθαν 5 (1989), 107-115.
  • Spiegelberg, Herbert: «Φαινομενολογία». Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου. Εποπτεία 82 (1983), 769-771.
  • Δήμου-Τζαβάρα, Αναστασία, «Η φαινομενολογική μέθοδος από τον Husserl στον Heidegger”. Ζήνων 13-17 (1992-1996), 185-190.
  • Biemel, Walter, «Ἡ φαινομενολογία τοῦ E. Husserl » , Ἐποπτεία, 17 (1977), σσ. 629-632
  • Diemer, Alwin, «Ἡ φαινομενολογία καὶ ἡ ἰδέα τῆς φιλοσοφίας ὡς αὐστηρῆς ἐπιστήμης » , Δευκαλίων, 12 (1974), σσ. 482-504
  • Farber, Marvin, Φαινομενολογία. Οἱ σημερινές της διαστάσεις καὶ ἡ σχέση αὐτῆς πρὸς τὴν ψυχολογία, τὴν ψυχιατρική, τὸν Ὑπαρξισμὸ καὶ ἄλλες φιλοσοφικὲς κινήσεις, Ἀθήνα, Γρηγόρη, 1970

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία